“Το να χασομέρα κανείς άσκοπα στη Γη, σήμαινε τον αυτόματο χαρακτηρισμό του ως βιολογικά μη αποδεκτός, μια απειλή για την πανάρχαια κληρονομιά της φυλής. Ένας πολίτης, μετά τον στιγματισμό του ως ιδιαίτερου ακόμα και αν αποδεχόταν την αποστείρωση, σταματούσε να αποτελεί μέρος της ανθρωπότητας. [..] Κι όμως υπήρχαν άνθρωποι που αρνούνταν να μεταναστεύσουν. Αυτό, ακόμα και για τους ίδιους ήταν ένας παραλογισμός που τους έφερνε σε αμηχανία. Λογικά, κάθε κανονικός θα έπρεπε ήδη να έχει μεταναστεύσει. Ίσως παρά την παραμόρφωση της, η Γη παρέμενε οικεία. Ή, ενδεχομένως, όσοι δεν μετανάστευσαν σκέφθηκαν ότι το πέπλο σκόνης θα ξεδιάλυνε από μόνο του. Όπως και να ‘χει, χιλιάδες άτομα παρέμειναν, οι περισσότεροι από δαύτους στιβαγμένοι σε αστικές περιοχές, όπου η φυσική παρουσία των υπολοίπων, τους έδινε θάρρος. Αυτοί φαίνοταν να είναι σχετικά οι διανοητικά υγιείς. Συν τους οποίους, περιστασιακές ιδιόμορφες παρουσίες διαμένανε στα κατά τ’ άλλα εγκαταλλειμένα προάστια.”
Philip K. Dick, “Do Androids Dream of Electric Sheep?”
Οι Παρασκευές είχανε πάντα την τιμητική τους στην θέαση ταινιών τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και οτιδήποτε άλλο δεν χώραγε στην prime-time καθημερινότητα. Με αφορμή λοιπόν το φετινό Halloween, η σειρά των Sunday Night Mixtapes φοράει μάσκα και ντύνεται για λίγο Friday Night Mixtape. Έχοντας κατά νου ρετροφουτουριστικές σκηνές από μια υποτιθέμενη ταινία, που θα μπορούσε να είναι κάλλιστα sci-fi thriller του John Carpenter, συγκεντρώνει μουσικές για το αντίστοιχο soundtrack.
Συνήθης ύποπτος για το εξαιρετικό artwork ο Narita, τον οποίο και ευχαριστώ που απεικόνισε τόσο άψογα τα ηχοτοπία του mixtape.
Φοράς την στολή του Mad Max και το κατεβάζεις από εδώ.
1. Προσλαμβάνουμε τον παραγωγό των Deerhunter, Nicolas Vernhes, για
μια στρώση ήχου στην βάση του σκεύους.
2. Λιώνουμε την μπάντα στις πρόβες ώσπου να δέσει.
Προσθέτουμε reverb και
feedback.
3. Για να φτιάξουμε τον ονειρικό ήχο, ανακατεύουμε στην
κονσόλα τις κιθάρες και τα πλήκτρα σε μεσαία ταχύτητα και προσθέτουμε σιγά
σιγά το beatτου tom-tom. Όταν η μίξη μας αποκτήσει
χώρο, προσθέτουμε το μπάσο και λίγη ακόμα φαζαρισμένη κιθάρα.
4. Βγάζουμε τη μίξη και αφήνουμε τα φωνητικά να απλωθούν απ’άκρη σ’άκρη
για να μη μας βγει γλυκανάλατο. Προσπαθούμε να αποφύγουμε τις απαιτητικές
νότες για να μηναποκτήσει άλλη γεύση από αυτή που έχουμε στο μυαλό μας.
5. Στρώνουμε τις ηχογραφήσεις και με το υπόλοιπο των διαθέσιμων
ημερών στο στούντιο παίζουμε με τα πετάλια (μπορούμε να δοκιμάσουμε και
άλλες γεύσεις με την βελόνα του πικάπ για να εντοπίσουμε τι ακριβώς είναι
αυτά που μας αρέσουν και πως μπορούμε να τα ενσωματώσουμε στην δική μας
συνταγή χωρίς ο συνδυασμός τους να αποφέρει κακόγευστο αποτέλεσμα).
6. Ψήνουμε σε προθερμασμένο, κατά προτίμηση ημιυπόγειο, συναυλιακό χώρο στους 38
βαθμούς, μέχρι το κοινό να πάρει ένα ροδοκόκκινο χρώμα, για περίπου 50
λεπτά.
Πρόταση σερβιρίσματος
Μπορείτε να συνοδεύσετε το τελικό
αποτέλεσμα με ένα εξαιρετικό artworkγια εντυπωσιασμό των καλεσμένων σας. Ιδανικά σερβίρεται
απογευματινές ώρες με κρύα μπύρα.
Λίγα μυστικά ακόμα
Για να μην λέτε πλέον "Yuck" παρόμοιες συνταγές ανακαλύπτετε από τον ειδικό στο είδος του, σεφ Σπάναρο!
Λένε πως αν
ξεκινάς ένα κείμενο με τη φράση «λένε πως», ό,τι και να πεις μετά θεωρείται valid.
Όπερ έδει δείξαι.
Επίσης λένε πως είναι λυτρωτικό να περνάς μέσα απ’τη φωτιά και να βγαίνεις
αλώβητος. Δεν το γνωρίζω καθώς δεν το έχω κάνει. Όπως δεν έχω χορέψει πάνω στη
φωτιά με γυμνά πέλματα και δεν με βλέπω να το επιχειρώ στο άμεσο μέλλον, εκτός
αν θεωρήσω τις δυνάμεις του σύμπαντος αρκετά χιουμοριστικές και με ωθήσουν στον
παγανισμό. Θα μου πείτε οι αναστενάρηδες δεν θεωρούνται παγανιστές και εκεί θα
σας πω ότι οι ίδιοι είναι που δεν θεωρούν τους εαυτούς τους παγανιστές, γιατί
κατά βάθος είναι raversτου μεσαίωνα και αν τους λέγανε να χορέψουν goatranceστην Κέραλα με την εικόνα του αηγιώργη
παραμάσχαλα, μάλλον θα το έκαναν.
Βέβαια αν υπήρχε θρησκεία που να πιστεύει στον τελευταίο βασιλιά Shabaka και οι πιστοί χορεύανε υπό τους εκστατικούς ήχους των
μικρών θεούληδων SonsOfKemet, τότε μπορείτε
άνετα να με βαφτίσετε θρησκόληπτο και ου-σιξ-σιξ-σιξ, αλλά όντας γαρ υιοί των
αιγυπτίων πιο πιθανό θα ήταν να προσκυνούσαμε γάτες και να είχαμε στους ναούς
μας τοιχογραφίες το μισό ίνσταγκραμ, παρά να βουτάμε σε χειμωνιάτικα νερά και
να ανασύρουμε μαθηματικά σύμβολα, όπως ο ένας και μοναδικός θεός απαιτεί ως
υποχρέωση του συμβολαίου του μαζί μας.
Tα κηρύγματα σύχγρονων νούβιων αγίων όπως του ChristianaTundeAdjuah του Νεορλεανίτη, που καιρό τώρα
μεταλαμπαδιάζουνε τις αφρικάνικες ρίζες της μουσικής τους σαν μολότοφ σε χαρτοπωλείο, συμπληρώνουν
τον λόγο της αυτού κλαρινότητας ShabakaHutchings του
Μπαρμπέιντου και για τον οποίο τον δρόμο έστρωσαν με αναμένα κάρβουνα οι μεγάλοι
προφήτες FelaKuti -μεγάλη η χάρη του-
και MulatuAstatke. Για τον δε
Mulatuξεφουσκώνει
με χάρη τα πνευμόνια του ο Hutchings στο Godfather, σαν ευχαριστήριο γράμμα για την συνεργασία τους εν καιρώ Heliocentrics. Eίναι γνωστό τοις πάσι εξάλλου, ότι η μάμα
άφρικα πέραν της παραγωγής post-modernθεοτήτων
(βλ. Χαϊλέ) ξέρει να βγάζει και
γαμώ τις μουσικές. Εντάξει, δεν είναι από την μάμα άφρικα τα παλικάρια αλλά
από την γιαγιά αλβιώνα, η οποία αν μη τι άλλο ξέρει να αποτίει κι ένα
ευγενέστατο φόρο τιμής για τις χαμένες ψυχές χιλιάδων σκλάβων (excuse me
sir, could you possibly keep rowing faster as we need to have this gold back in
England the soonest possible. why thank you sir. swoooosh) και σαν τσατσά
αλβιώνα, καρπώνεται τις μουσικές καύλες των afropeans, αλλά για το θέσω πιο απλά, onceyougoblackyoucannevergoback.
Τα παιδιά της κυρα-Κεμέτ έχουν τόση ψυχή, που ακούγοντας το Burnθαρρείς ότι είσαι
ένας νεκρός κοκέζιαν, χωρίς αίσθηση της γεύσης και καταδικασμένος να τρως
νερόβραστα μπρόκολα στο προάστιο μιας βροχερής βορειοευρωπαϊκής πόλης. Αλλά μην
λυπάσαι. Θα έρθει εκείνη η μέρα, όταν θα σπάσει η 135η σφραγίδα και 4 τέρατα με
σώμα αλόγου και κεφάλι αλόγου αλλά από άλλο άλογο, θα τρέξουν προς αντίθετες
κατευθύνσεις περιμένοντας στο φανάρι και συ θα πετάξεις τα μπρόκολα στο πάτωμα,
θα χορέψεις πάνω τους με γυμνά πέλματα και θα αναφωνήσεις εκστασιασμένος
"burn white motherfucker, burn".
Πρωινό τσούξιμο στα μάτια από την αϋπνία. Διπολικός
Μορφέας. Δεν έχει πάει εφτά και έχει ήδη ζέστη. Ο ήλιος ξετρυπώνει στο τέρμα
του δρόμου, αττικό μανχάτανχεντζ και τα αμάξια λιγοστά. Είσοδος μετρό, μπλε
σιλουέτες με φυλλάδια στο χέρι και στόμφο στην φωνή, υπόσχονται άπειρη
επικοινωνία. Κυλιόμενες, κάθοδος από αριστερά, εισιτήριο, αποβάθρες, απομένουν δύο
λεπτά. Τελευταίο βαγόνι, ανάμεσα σε ποδήλατα, όμορφες φάτσες με άσχημα πόδια,
ακριβά κινητά με φτηνά ρούχα, μαύρες σακούλες κάτω από απλανή βλέμματα. Όσα χαμόγελα
θα βρεις αυτή την ώρα είναι μεθυσμένα. Κυλιόμενες, άνοδος από αριστερά,
κυλιόμενες, άνοδος από αριστερά, αποβάθρα, απομένουν τέσσερα λεπτά. Προσοχή στο
κενό. Υπαρξιστικές συμβουλές ενσωματωμένες στα πλακάκια. Στο σημείο όπου σταματάει
το τέταρτο βαγόνι, δεύτερη πόρτα (τα οποία εξασφαλίζουν γρήγορη έξοδο στην
άφιξη), ένα πιτσιρίκι σε στάση τούρκικης τουαλέτας χτυπάει την παλάμη του στα
πλακάκια που αναγράφουν την λέξη «κενό». Γαλαρία και ο απέναντι μου ξεφυλλίζει
εφημερίδα για το στοίχημα. Με τραυματισμένο τερματοφύλακα, λέει το εξώφυλλο,
κατεβαίνει στο ντέρμπι. Αποκρουστική δουλειά. Ένας υπέρβαρος μπαίνει ήρεμα στον
επόμενο σταθμό, δίνει περφόρμανς τραγωδίας, κακοτυχίας και προφανούς πείνας
στους αγαπητούς του συμπολίτες για να κερδίσει μερικά κέρματα, ενώ το ατονάλ
ακορντεόν που μπήκε από την άλλη πόρτα υπογραμμίζει με μουσική υπόκρουση τα
βάσανα των παιδιών του. Το δίλημμα της επένδυσης φέρνει τους επιβάτες σε
δύσκολη θέση. Το τρένο φτάνει στο λιμάνι. Καμπουριασμένη γιαγιά με καροτσάκι
λαϊκής και δεκατέσσερα ψωμιά μοιρασμένα σε πέντε τσάντες. Το βλέμμα μονίμως
καρφωμένο στο έδαφος, έχει να δει ουρανό έξι καλοκαίρια. Δίπλα, ογκώδης για τα
πόδια του σκύλος, ξαπλωμένος στην ίδια θέση τέσσερις μήνες τώρα. Μάλλον έχει
ξεχάσει ότι είναι ζωντανός. Υπουργιλίκι. Η προσπέραση σε στενό πεζοδρόμιο είναι
αδύνατη και ο παππούλης στην κορυφή της ουράς και πριν το φανάρι δημιουργεί μια
ουρά σαν νεοελληνική κηδεία Νέας Ορλεάνης. Ένα φανάρι που ξεχνάει να ανάψει
πράσινο για τους πεζούς. Και η επανάσταση των πεζών με τις σακούλες στα χέρια
να στέκονται μπροστά σε minitanksφέρνει
κυκλοφοριακό χάος. Αν δεν κρατούν σακούλες, τα χέρια κρατάνε κινητά. Ή καφέδες.
Καφέ και τσιγάρο στο άλλο. Καφέ, τσιγάρο στο στόμα, κινητό στο άλλο. Δύσκολο να
δεις άδεια χέρια ή εκτός τσέπης. Από πού να πιαστείς την σήμερον ημέρα.
Ανοίγεις μια πόρτα, την κλείνεις πίσω σου να μην κουβαλήσεις τα έξω μέσα.
Περιμένεις το ασανσέρ. Σε ανεβάζει.
Οχτώ ώρες.
Σε κατεβάζει. Ανοίγεις μια
πόρτα, την κλείνεις πίσω σου να μην κουβαλήσεις τα μέσα έξω. Από πού να
πιαστείς την σήμερον ημέρα. Δύσκολο να δεις άδεια χέρια ή εκτός τσέπης. Καφέ,
τσιγάρο στο στόμα, κινητό στο άλλο. Καφέ και τσιγάρο στο άλλο. Ή καφέδες. Αν
δεν κρατούν σακούλες, τα χέρια κρατάνε κινητά. Και η επανάσταση των πεζών με
τις σακούλες στα χέρια να στέκονται μπροστά σε minitanksφέρνει
κυκλοφοριακό χάος. Ένα φανάρι που ξεχνάει να ανάψει πράσινο για τους πεζούς. Η
προσπέραση σε στενό πεζοδρόμιο είναι αδύνατη και ο παππούλης στην κορυφή της
ουράς και πριν το φανάρι δημιουργεί μια ουρά σαν νεοελληνική κηδεία Νέας
Ορλεάνης. Υπουργιλίκι. Μάλλον έχει ξεχάσει ότι είναι ζωντανός. Δίπλα, ογκώδης
για τα πόδια του σκύλος, ξαπλωμένος στην ίδια θέση τέσσερις μήνες τώρα. Το
βλέμμα μονίμως καρφωμένο στο έδαφος, έχει να δει ουρανό έξι καλοκαίρια.
Καμπουριασμένη γιαγιά με καροτσάκι λαϊκής και δεκατέσσερα ψωμιά μοιρασμένα σε
πέντε τσάντες. Το τρένο φτάνει στο λιμάνι. Το δίλημμα της επένδυσης φέρνει τους
επιβάτες σε δύσκολη θέση. Ένας υπέρβαρος μπαίνει ήρεμα στον επόμενο σταθμό,
δίνει περφόρμανς τραγωδίας, κακοτυχίας και προφανούς πείνας στους αγαπητούς του
συμπολίτες για να κερδίσει μερικά κέρματα, ενώ το ατονάλ ακορντεόν που μπήκε
από την άλλη πόρτα υπογραμμίζει με μουσική υπόκρουση τα βάσανα των παιδιών του.
Αποκρουστική δουλειά. Με τραυματισμένο τερματοφύλακα, λέει το εξώφυλλο,
κατεβαίνει στο ντέρμπι. Γαλαρία και ο απέναντι μου ξεφυλλίζει εφημερίδα για το
στοίχημα. Στο σημείο όπου σταματάει το τέταρτο βαγόνι, δεύτερη πόρτα (τα οποία
εξασφαλίζουν γρήγορη έξοδο στην άφιξη), ένα πιτσιρίκι σε στάση τούρκικης
τουαλέτας χτυπάει την παλάμη του στα πλακάκια που αναγράφουν την λέξη «κενό». Υπαρξιστικές
συμβουλές ενσωματωμένες στα πλακάκια. Προσοχή στο κενό. Κυλιόμενες, κάθοδος από
αριστερά, κυλιόμενες, κάθοδος από δεξιά, αποβάθρα, απομένουν τέσσερα λεπτά. Όσα
χαμόγελα θα βρεις αυτή την ώρα είναι μεθυσμένα. Τελευταίο βαγόνι, ανάμεσα σε
ποδήλατα, όμορφες φάτσες με άσχημα πόδια, ακριβά κινητά με φτηνά ρούχα, μαύρες
σακούλες κάτω από απλανή βλέμματα. Κυλιόμενες, άνοδος από αριστερά, δεξιά, κυλιόμενες,
άνοδος από αριστερά. Είσοδος μετρό, μπλε σιλουέτες με φυλλάδια στο χέρι και
στόμφο στην φωνή, υπόσχονται άπειρη επικοινωνία. Ο ήλιος τρυπώνει στο τέρμα του
δρόμου, αττικό μανχάτανχεντζ και τα αμάξια λιγοστά. Έχει πάει εφτά και έχει ακόμα
ζέστη. Διπολικός Μορφέας. Απογευματινό τσούξιμο στα μάτια από την υπνηλία.
Το Penguins & Butterflies έφτασε αισίως τα 10,000 views και ο καλύτερος τρόπος για να το γιορτάσουμε, είναι ένα ανακεφαλαιωτικό mixtape με κομμάτια από τους δίσκους που ακούστηκαν εδώ μέσα:
είπε και κατέβασε το τελευταίο σφηνάκι μεσκάλ. Σκούπισε το στόμα του με το μανίκι, άφησε μερικά χαρτονομίσματα στην μπάρα και περπάτησε προς την έξοδο. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ο ήλιος του έκλεισε τα μάτια για ελάχιστα δευτερόλεπτα και το μέτωπο του άρχισε πάλι να ιδρώνει. Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, ένα Pontiac του ’64, που η σκόνη της ερήμου είχε καλύψει πλήρως το εντυπωσιακό γαλάζιο χρώμα του, κάθησε στην βουλιαγμένη θέση του οδηγού, ξεκρέμασε τα γυαλιά ηλίου από το κορδόνι του καθρέφτη και έχωσε μια κασέτα στο ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο. Οι desert drone ήχοι του Away / towards άρχισαν να εξαπλώνονται στα μονοφωνικά ηχεία καθώς η βελόνα της ταχύτητας άρχισε να κινείται νευρικά προς τα δεξιά και εκεί που πριν ήταν κρεμασμένα τα γυαλιά του, έβλεπε σιγά σιγά το Puerto Peñasco να απομακρύνεται. Έχει άλλες δύο μέρες οδήγησης μέχρι την Mérida, τρεις αν ξεκουράζεται καλά. Αλλά δεν θέλει να χάσει άλλη στιγμή.
Λίγες ώρες πριν ήταν άλλη μια Δευτέρα, έφτιαχνε το πρωινό του στο ενοχλητικά μοντέρνο διαμέρισμά του στο San Diego -μα πως δεν αντιλήφθηκε τόσο καιρό το κακό του γούστο στα έπιπλα- και μετά από λίγο θα ντυνόταν κατάλληλα, για να παρουσιάσει στα αφεντικά του νέους τρόπους να βγάλουν κέρδος. Την στιγμή που η θηλιά της γραβάτας ακούμπησε το λαρύγγι του, μίσησε αυτόν που έβλεπε στον καθρέφτη και όλα απέκτησαν νόημα. Στρίμωξε τρεις αλλαξιές σε μια βαλίτσα, την οδοντόβουρτσά του, ένα βρώμικο αντίτυπο του Even cowgirls get the blues και κάμποσες κασέτες για τον δρόμο. Όμως διαπιστώνει ότι δεν θέλει να ακούσει ποτέ ξανά στην ζωή του το best of των Police, ούτε τις γιάπικες live εκτελέσεις του Dave Matthews και τις πετάει στα σκουπίδια. Μαζί και το ράφι με όλα του τα cd. Είδε το εξώφυλλο του A rush of blood to the head ανάμεσα στα αποφάγια και του ξέφυγε ένα χαμόγελο.
Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε χωρίς να ξέρει για που, ενώ το μόνο που άκουγε ήταν ο βρυχηθμός της μηχανής, αλλά δε του ήταν αρκετό. Bγαίνοντας απ’ την πόλη προσέχει με την άκρη του ματιού του ένα δισκάδικο, ονόματι Feel It. Σταματάει απότομα, ανάβει αλάρμ, μπαίνει στο κατάστημα και βλέπει έναν υπερτροφικό υπάλληλο με λιγδωμένη φράτζα, μούσια και κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας να είναι σκυμμένος πίσω από μια στίβα 45άρια.
“Θέλω μερικές κασέτες”
Ο υπάλληλος σηκώνει το νωχελικό του βλέμμα και απαντάει αδιάφορα
“Τι κασέτες;”
“Αν είχες να ξοδέψεις τρεις μισθούς σου σε βενζίνη για να φύγεις μακριά από δω, εσύ τι θα έπαιρνες για τον δρόμο;”
“Χμ. Για να δούμε”
Χάνεται για λίγο στο βάθος του καταστήματος και επιστρέφει με μία μόνο κασέτα. Την ακουμπάει στον πάγκο.
Κοιτάει το γαλάζιο εξώφυλλο -ταιριάζει με το αυτοκίνητό μου, σκέφτεται- και βγάζει το πορτοφόλι να πληρώσει.
“Δεν θέλω λεφτά. Αν όντως φύγεις μακριά από δω, χαλάλι σου, κερασμένη. Αν επιστρέψεις όμως, έλα να μου την πληρώσεις”
Σε λιγότερο από μισή ώρα οι ταμπέλες στον δρόμο δείχνανε την έξοδο για τα σύνορα προς Μεξικό.
Εκτός από την México 2D, μπροστά και γύρω του εξαπλωνόταν σιγά σιγά και η μαγεία του Pearl Mystic. Fuzzy φωνητικά βυθισμένα στο reverb, κεντημένα ανάμεσα σε διαολεμένα ψυχεδελικές κιθάρες, rhythm section που αναγκάζει ενστικτωδώς τον αυχένα του σε παλινδρομικές κινήσεις και γαργαλάει το πέλμα που χαιδεύει το γκάζι. Κοιτάει τα credits και βλέπει ότι τα τυπάκια είναι από το Leeds της Αγγλίας και δεν το πιστεύει ότι πίσω από αυτόν τον οδοστρωτήρα ήχου αντί για ηλιοκαμμένες φάτσες, βρίσκονται ασπρουλιάρικα πρόσωπα με φακίδες. Ταυτίζεται με την επιμονή τους να αυτοπροσδιορίζονται σε τελείως διαφορετικό γεωγραφικό πλάτος και μήκος της υφηλίου, από αυτό που είχανε την τύχη ή την ατυχία να μεγαλώσουνε και στην εισαγωγή του Preservation του ξεφεύγει μια άναρθρη κραυγή απόλαυσης.
Δυόμισι χιλιάδες μίλια μακριά και τρεις μέρες μετά, καθισμένος στο καπό του αυτοκινήτου, κοιτάει τον Κόλπο του Μεξικού ενώ σιγοτραγουδάει για πολλοστή φορά το ονειρικό What we talk about που ακούγεται αμυδρά στο βάθος. Απέναντι και πέρα από την θάλασσα, είναι η προηγούμενη ζωή του. Δεν τον ενδιαφέρει που άργησε να πάρει αυτή την απόφαση, απλά χαίρεται που το έκανε. Και όταν η ανάσα του έγινε πολλές μπουρμπουλήθρες μέσα στα ζεστά νερά του κόλπου, το κεφάλι του ψέλλιζε “be your own flying saucer! rescue yourself!”.