Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Σόλο πιάνο μέρος δεύτερον





Το φως που διαχεόταν στην Avenue de l’Observatoire δε σε έπειθε αν σκοτείνιαζε ή ξημέρωνε. Φτάνοντας στο φανάρι κοντοστάθηκα και είδα τον φούρναρη απέναντι να ασχολείται με τα ρολά της καταστήματός του. Σκέφτηκα πως αν τα κατέβαζε θα διαπίστωνα με ανακούφιση ότι η νύχτα δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά δεν είχα την υπομονή και πέρασα τη διάβαση της Boulevard du Montparnasse, δρασκέλισα μερικά μέτρα και άνοιξα την πόρτα του Closerie des Lilas.

Ο λιγοστός κόσμος -και όλοι σε παρέες μονού αριθμού- ήταν διάσπαρτοι κατά μήκος της μπάρας, κάνοντας λίγο παραπάνω σούσουρο από τον ήχο του πιάνου, ο μπάρμαν με είδε, έγνεψε από συνήθεια και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Έκατσα στη μία από τις δύο άδειες θέσεις και παρήγγειλα ένα με πάγο. Μετά τη πρώτη γουλιά κοίταξα πάνω απ’τον ώμο μου και διέκρινα μια αξύριστη σιλουέτα με ένα πουκάμισο σα τραπεζομάντιλο, να κινείται καμπουριασμένη πάνω απ’το πιάνο και να βαράει τα πλήκτρα σε μια παρόμοια του Ritooria μελωδία, σαν έτερος Keith Jarrett. Τελειώνοντας, ψιθύρισε στο μικρόφωνο “merci.. une chanson qui s'appelle Rideaux Lunaires” και συνέχισε να δακτυλοτρεκλίζει.

Λίγο πριν παραγγείλω το δεύτερο ποτό κάποιος τράβηξε αργά το σκαμπό δίπλα μου και κάθησε βγάζοντας με το δεξί του χέρι τα τσιγάρα από την αριστερή τσέπη του πουκαμίσου, εκεί που ήταν η καρδιά του. Ακούμπησε ένα στο στόμα, έκανε στο μπαρμαν με το χέρι μια κυκλική κίνηση, η οποία στη σύχρονη δυτική κοινωνία μεταφράζεται ως “ξανά” και άναψε το τσιγάρο.

“Jason” μου λέει απλώνοντας το χέρι του και συστήνομαι αμήχανα.
“Εκπλήσσεσαι και ‘συ από την άμεση κοινωνικοποίηση βλέπω” συνεχίζει πίνοντας το άρτι αφιχθέν ποτό του “εγώ εκπλήσσομαι περισσότερο από σένα, να ξέρεις.”
“Για ποιο λόγο εκπλήσσεσσαι ακριβώς;”
“Με την αυθόρμητη κοινωνικοποίησή μου. Δεν είμαι έτσι συνήθως.”
“Μην απολογείσαι για κάτι που δεν είναι προσβολή.”
“Κάποιος που καθόταν κάποτε στη θέση σου, είχε πει ότι μια ιδιοφυΐα πρέπει να είναι μεθυσμένη για να περάσει χρόνο με τους ανόητους τριγύρω της.”
“Σοφός άνθρωπος αλλά δε θα το’ξερα. Δε νομίζω ότι σκέφτομαι σε βάθος.”
“Τον έχεις διαβάσει ποτέ σου;”
“Ποιον;”
“Τον Hemingway”
“Παλιά στο πανεπιστήμιο, διάβασα ένα βιβλίο που μου δάνεισε μια γκόμενα που γούσταρα. Ήθελα να έχω τροφή για την επόμενη έξοδό μας.”
“Σου άρεσε;”
“Όταν με παράτησε για έναν με τα διπλάσια χρόνια της, μάλλον σταμάτησα να νιώθω οτιδήποτε.”
“Για τον Hemingway λέω.”
“Ναι και γω γι’αυτόν λέω.”

“Εσύ πάλι πως κατέληξες να παίζεις πιάνο εδώ;”
“Άνοιξα πολλές πόρτες και τελικά βγήκα απ’το παράθυρο.”
“Δε σε καταλαβαίνω.”
“Όταν αγαπάς πολλά πράγματα ταυτόχρονα, ανοίγεις κάθε δυνατή πόρτα για να τα δεχτείς, ώσπου τελικά αυτά κατακλύζουν το χώρο σου και ασφυκτιάς. Κάθε είσοδος έχει μπλοκάρει με αυτά που αγαπάς. Το μόνο που φαντάζει πλέον δυνατό είναι να φύγεις από κει που άφηνες μόνο τις παιδικές σου μνήμες να μπαινοβγαίνουν. Το παράθυρο.” 

Σταματάει για να βήξει με δύναμη, σα να το κρατούσε ώρα τώρα.

“Όταν ήμουν πιτσιρικάς στον Καναδά, έβλεπα τον μεγαλύτερο αδερφό μου να παίζει πιάνο και στεκόμουνα έκπληκτος στην άκρη του δωματίου. Θυμάμαι αμυδρά ότι δε πλησίαζα γιατί είχα διαπιστώσει ότι από μακριά ένιωθες τον ήχο να γεμίζει το χώρο. Ο ήχος του πιάνου σε ένα απλό σπιτικό δωμάτιο έχει αγκυροβολήσει από τότε στο πίσω μέρος του μυαλού μου και κάθε μα κάθε φορά που παίζω πιάνο, νιώθω όσο ασφαλής ένιωθα και τότε.”

Μια γυναίκα κάθησε δίπλα μας, μα δεν υπήρξαμε ποτέ γι’ αυτήν. Ασυνείδητα αλλάξαμε ελαφρώς τη στάση του σώματός μας και ο Jason συνέχισε τη κουβέντα.

“Η τύχη τα’φερε χρόνια μετά να παίζω με τον αδερφό μου και να γράφουμε μουσική για τζαζ μιούζικαλς και θεατρικά. Κανείς δεν αντιλαμαβάνεται πόσο βάρος εναποθέτεις σ’ ένα παιδί όταν το αποκαλείς ιδιοφυΐα. Σαν έφηβος υπήρξα μέλος μιας μπάντας, μετά μπλέχτηκα με την ηλεκτρονική σκηνή, τη χιπ-χοπ, ταξίδεψα πολύ και άλλαζα σπίτια πιο εύκολα και απ’ ότι έβγαζα εισιτήρια. Έκανα άπειρες συνεργασίες με γνωστούς μουσικούς..”
“Κάτι που ίσως να ξέρω;” διέκοψα.
“Ίσως θυμάσαι το πιάνο στο Limit to your love της Feist. Ή το Never stop, σε διαφημίσεις της Apple. Κάτι που δε μου αρέσει να παραδέχομαι πλέον.”
“Χμ. Ναι.”
“Λοιπόν.. Πριν καμμιά οκταετία έβγαλα τελικά ένα δίσκο με κάποιες ιδέες στο πιάνο, που μάζευα χρόνια και γλυκάθηκα από το αποτέλεσμα. Λίγα χρόνια μετά το δίσκο, εδώ στο Παρίσι, στο Ciné 13 Théâtre, έσπασα το παγκόσμιο ρεκόρ συνεχόμενου σόλο περφόρμανς. Έπαιζα πιάνο για πάνω από 27 συνεχόμενες ώρες.”
“Τι κέρδισες απ’ αυτό;”
“Μόνο τον εαυτό μου.”

Κάνει νόημα για άλλο ένα ποτό, πριν τελειώσει το προηγούμενο. Τρεις μεγάλιες γουλιές και ανταλάσσει το άδειο ποτήρι με ένα γεμάτο.

“Μετά από όλα αυτά θέλησα να ξανακάνω ένα βήμα πίσω. Να γίνω πάλι το παιδάκι που άκουγα τη μουσική από την άκρη του δωματίου. Άκουσα τον Satie με άλλη εμπειρία, ο Monk ήταν πια περισσότερο συναισθηματικός  παρά τεχνικός πιανίστας και ο Chopin δεν ήταν κλασσικός αλλά μεταμοντέρνος.”
“Σε έβγαλε πουθενά αυτό;”
“Ναι. Εδώ. Απόψε. Τα μάζεψα όλα απ’το πάτωμα και τα ακούμπησα στο πιάνο.”
“Σαν παζλ.”
“Σαν παζλ.”
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν και η καληνύχτα του.

Ο χειμώνας έφυγε, έφτασε η άνοιξη και πλησίαζε και αυτή σιγά σιγά προς το τέλος της. Περπατώντας έξω από ένα στενόμακρο δισκοπωλείο, το μάτι μου αναγνώρισε στο εξώφυλλο ενός βινυλίου μια γνώριμη σιλουέτα. Είχε σαν τίτλο Solo Piano II αλλά το όνομα δεν ήταν το ίδιο που είχε συνοδεύσει μήνες πριν τη χειραψία. Πάνω απ’τον τίτλο διέκρινα το όνομα Chilly Gonzales.





Κυριακή 26 Αυγούστου 2012

She wants to know





Κυριακάτικο πρωινό, η θερμοκρασία στους σαράντα βαθμούς και όλα τα σχετικά, ένα υπόγειο άγχος που τα τελευταία βράδια με κάνει να βλέπω εφιάλτες. Βέβαια, έχω καταλήξει εδώ και χρόνια πως το καλύτερο φάρμακο σε όλα αυτά είναι τα ακουστικά στα αυτιά. Και κάπου εδώ έρχονται οι Half Moon Run. Μα φυσικά. Πώς μου ξέφυγαν; Τους αφήνω λοιπόν να παίζουν όλη μέρα. Είναι ένα συγκρότημα φρέσκο, νέο και λαχταριστό που μ' έχει εντυπωσιάσει.

Τρεις παίδες, από το Μόντρεαλ, που με άφησαν με το στόμα ανοιχτό όταν τους άκουσα για πρώτη φορά, πριν αρκετό καιρό. Ο Devon Portielje, o Conner Molander και ο Dylan Phillips έχουν ανοίξει το δρόμο τους για την χιπστερο-διασημότητά τους, αλλά ας το αφήσω στην άκρη αυτό. Τους βαριέμαι αυτούς τους χιπστερς, δεν τους καταλαβαίνω, αλλά αυτό δεν με εμποδίζει από το να αναγνωρίζω ωραίες μουσικές μπάντες όπως αυτή. Καλώς ή κακώς θεωρώ ότι θα γίνουν της μόδας σε αυτούς τους κύκλους.

Στο θέμα μας όμως τώρα, που δεν είναι οι κύριοι χίπστερς αλλά οι Half Moon Run. Δεν ξέρω με τι μοιάζουν. Όταν τους άκουσα για πρώτη φορά, στο μυαλό μου έσκασαν οι Radiohead, o Bon Iver, ο Jeff Buckley, ακόμα και ο Bob Dylan. Πώς να μην τους αγαπήσω λοιπόν;

Ο ήχος τους είναι πολύ ιδιαίτερος. Με τίποτα δεν θα μπορούσα να τον κατατάξω σε μία αποκλειστική κατηγορία. Κάτι ανάμεσα σε indie, pop, folk, rock με πολύ όμορφες και ρυθμικές αρμονίες, ντελικάτη κιθάρα και ένα στίγμα ζεστού ηλεκτρονικού ήχου. Οι ίδιοι βέβαια, σύμφωνα με μια συνέντευξή τους, θεωρούν τους εαυτούς τους ως μουσικούς μιας καθαρά folk μπάντας.

Το ντεμπούτο τους άλμπουμ, "Dark Eyes", κυκλοφόρησε στις 27 Μαρτίου του 2012, από την Indica Records και αποτελείται από έντεκα κομμάτια με μελαγχολικές αρμονίες που δένουν τέλεια μεταξύ τους όπου και διακρίνει κανείς μια ιδιαίτερα συγκρατημένη ένταση. Ο επιτήδειος και επίμονος ήχος στα drums σε συνδυασμό με τα απόμακρα synths, οι κυκλικές μελωδίες με έμφαση στην υφή, δημιουργούν σαράντα λεπτά μιας συνεχούς και παλλόμενης έντασης αλλά και ευφορίας. Μια πολύ όμορφη βόλτα.

Ανοίγει με το “Full circle ” που ποτέ δε μπορώ να το ακούσω μόνο μια φορά, με εκπληκτικούς στίχους και αιχμηρή κιθάρα. Ύστερα, τραγούδια όπως το “She wants to know” αποδεικνύει με κάθε τρόπο πόσο καλοδουλεμένη και μαγική φωνή έχει ο Devon. Ακολουθεί το “Need it” που σε υπνωτίζει και τολμώ να πω ότι τα φωνητικά, στο συγκεκριμένο κομμάτι, μου θυμίζουν τον συγχωρεμένο Jeff.

Οι εικοσάχρονοι πιτσιρικάδες έχουν φοβερή χημεία και ταλέντο μα κυρίως έχουν στη μουσική τους μια λεπτότητα και μια εσωτερική δυναμική που δεν μπορεί παρά να σε εντυπωσιάσει. Είναι οπλισμένοι με ακατέργαστο ταλέντο. Καταφέρνουν να συνδυάσουν με επιτυχία τις διαφορετικές μουσικές τους καταβολές και εμπειρίες. Άξιο παρατήρησης είναι επίσης και το γεγονός ότι ο ντράμερ στη σκηνή, παίζει ταυτόχρονα και πλήκτρα, ενώ συχνά στα φωνητικά, συμμετέχουν και οι τρεις. 
Είναι ένα τρίο που με την πολυπλοκότητα που τους χαρακτηρίζει, αν τους έβλεπα live θα τους εκτιμούσα ακόμα περισσότερο.

Συνολικά αρκετά κυκλοθυμικός ήχος, όμως αυτή είναι η γοητεία του και τελικά αυτό που με έκανε να κολλήσω μαζί του αυτό το Κυριακάτικο πρωινό.


Τρίτη 21 Αυγούστου 2012

Right down under (the funk soul brotha)





Δεν είμαι άνετος στην ιδέα του να γράφω για μουσική. Όσο μου αρέσει να διαβάζω γι’αυτήν, άλλο τόσο είναι ιδιαίτερα άβολο να αραδιάζω λέξεις για το πως με κάνει να αισθάνομαι. Το blog αυτό δεν έχει να κάνει με κριτικές δίσκων, έχει να κάνει με την υποκειμενικότητα η οποία περιβάλλει τη μουσική και κάθε πτυχή της “τέχνης” εν γένει. Συμφωνήσαμε λοιπόν με την Μ. να γράφουμε για ό,τι μας ενθουσιάζει, άσχετα αν είναι γνωστό άγνωστο ή ο επόμενος δίσκος των Radiohead, επειδή αφενός μειώνει τις επιλογές μας και γίνεται πιο εύκολο για μας και αφετέρου επειδή έτσι θα αποφεύγαμε τις παγίδες της στεγνής κριτικής. Με το που έσκασαν για παράδειγμα τα πρώτα κομμάτια του Haptics σκέφτηκα “ναι ρε γαμώτο, για αυτή τη μουσική έχω να πω δυο λόγια”. Υποθέτω από δω και πέρα κάπως έτσι θα συμβαίνει.

Οι Cactus Channel είναι μια δεκαμελής (ζωή να’χουνε) παρέα από τη Μελβούρνη που απ’ ότι φαίνεται έχουν μάθει όλο το κατάλογο της Stax και της Dap-tone απ’ έξω και ανακατωτά. Αν και δε θα περίμενε κανείς τέτοια μουσική να έρχεται από down under αλλά από κάποιο San Fransisco ή Memphis μεριά, το παράξενο στην υπόθεση δεν είναι η καταγωγή τους (εξάλλου και οι συντοπίτες Dojo Cuts, κινούνται στον ίδιο ήχο και βγάλανε εξαιρετικό δίσκο), αλλά το απίστευτα νεαρό της ηλικίας τους. Ως παρέα στο σχολείο αντί να ξημεροβραδιάζονται στο Playstation, τζαμάρανε James Brown για τη φάση τους, αρχικά ως Junior Stage Band και μετά ως Senior Jazz Ensemble, κυκλοφορήσανε δύο επτάιντσα singles πριν τα 18 τους και πριν κλείσουν τα 20, κεντάνε διαολεμένα πνευστά με κοφτές funky κιθάρες, σαν εκείνα τα αριστουργηματικά soundtracks ταινιών πορνό των 70s. Το πρώτο βήμα είναι να προσπαθήσεις να συνδέσεις αυτές τις αμούστακες ξανθόφατσες με την μεσήλικη μαύρη μουσική που παίζουν. 

Όπως ίσως υπονοεί και ο τίτλος, το Haptics αν και δεν έχει μιλιά, έχει αφή. Καθόλα οργανικό, ηχογραφημένο αναλογικά σα τον παλιό καλό καιρό για λογαριασμό της HopeStreet recordings, είναι χαλαρά υποψήφιο για τον τίτλο “badass album of the year.” Και πόσο τέλειο να βλέπεις τη γενιά του iPod να βγάζει μεστή μουσική, όπου οι δυναμικές της μπάντας αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή και ο πρωταγωνιστικός ρόλος περνάει από όργανο σε όργανο, σαν εκείνες τις εποχές που έβλεπες τη σύσταση των σχημάτων και σου έπεφτε το σαγόνι. Να η τρομπέτα που κάνει και tejano περάσματα, δώσε και βαθύ soul σαξόφωνο, βρώμικη φανκίλα στο μπάσο, ασταμάτητα ντραμς και ο δίσκος κυλάει νεράκι. Ήδη παίζει τρίτη φορά στο repeat και δεν έχω σταματήσει να κουνιέμαι. 

Εδώ που τα λέμε στάθηκαν και πολύ τυχεροί που πέτυχαν το τρένο της αναβίωσης αυτής της μουσικής (ή ορθότερα η αναβίωση πέτυχε τα πιτσιρίκια). Στο αμέρικα ο Charles Bradley, η Sharon Jones, ο Lee Fields και το συνάφι τους χτυπάνε νούμερα, τα reissues της εποχής υπερδιπλασιάστηκαν, το μαύρο αυλάκι του βινυλίου είναι πλέον πιο θελκτικό από τη μπάρα στο Winamp και η αξία της μουσικής φεύγει απ’το σταριλίκι και επιστρέφει στους μουσικούς. Και όσον αφορά το ταλέντο, οι Cactus Channel βρήκανε το μαγικό ζωμό που περιέχει το ακατέργαστο fun χωρίς να κάνουν καθόλου οικονομία στον πειραματισμό. Αν τα καταφέρουν και συνεχίσουν εξελικτικά, θα γίνουν αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα σχήματα εκεί έξω. Όπως  γράφτηκε και σε μια κριτική “it’s a butt-shaking affair”. 

Ήρθε και έσκασε απ’το πουθενά λέμε και μας έκανε να κουνηθούμε.


Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Take it to the streets




 


Down in the treme/ Just me and my baby
We're all going crazy/ buck jumping and having fun

Ο λόγος που έχω λατρέψει τη σειρά “Treme”, δεν είναι ούτε η φοβερή σκηνοθεσία, ούτε οι δυνατές ερμηνείες από εξαιρετικούς ηθοποιούς. Καλά όλα αυτά, δεν λέω, είναι παραγωγάρα. Αυτό όμως που με κόλλησε ήταν η απίστευτη μουσική που είχε. Το ένα τραγούδι πιο ανατριχιαστικό από το άλλο, σε κάθε τραγούδι το συναίσθημα με κατέκλυζε τόσο που ένιωθα ότι οι πρωταγωνιστές της σειράς ήταν φίλοι μου, άνθρωποι δικοί μου. Ανεξαρτήτως όμως από το φοβερό δέσιμο αυτής της μουσικής με τη σειρά, τα δύο αυτά soundtracks είναι από μόνα τους μικρά αριστουργήματακια. Από ένα σημείο και μετά, αφού τα άκουγα ξανά και ξανά, ξέφυγε το μυαλό μου από τους ήρωες της σειράς και προσπαθούσα να χαθώ στα tempo του κάθε κομματιού ξεχωριστά. Αυτοί οι ήχοι είναι ένα με την ιστορία της Νέας Ορλεάνης.

Για μενα όμως ξεχώρισε το soundtrack του δεύτερου κύκλου της σειράς. Ασυνείδητα τον αγάπησα περισσότερο. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Απλή αδυναμία.

Το soundtrack της δεύτερης σεζόν έχει γίνει και το soundtrack του καλοκαιριού μου. Στην πόλη, περπατώντας στον καύσωνα με τα ακουστικά στα αυτιά, στο χωριό κάτω από τα βουνά, στο νησί δίπλα από τη θάλασσα..όπου και αν βρέθηκα σιγοτραγουδούσα τα τραγούδια του όπως το “Sisters” και ήθελα να ακούσω το βιολί που σου κόβει την ανάσα και αυτομάτως ένα μεγάλο χαμόγελο άλλαζε το πρόσωπό μου.

Το περίεργο αλλά και γαμάτο είναι ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και τις στιγμές, ταίριαζε γάντι σα σάουντρακ, στην εικόνα μου για αυτό το καλοκαίρι. Φοβερά τζάζυ και χορευτικοί ρυθμοί με γλυκά πνευστά. Δεν είναι απαραίτητο να συνδυαστεί με παραλία και κοκτέηλ στο χέρι.. ίσως κιόλας να το λάτρεψα περισσότερο στο βουνό, εκεί, αναμεσα στα ψήλα και καταπράσσινα κυπαρίσσια.

Από το πρώτο κομμάτι μέχρι και το τελευταίο, ο δίσκος ένιωθα ότι παίζει μαζί μου. Με ωθούσε να τηλεμεταφερθώ στη Νέα Ορλεάνη και να αισθανθώ αυτή την ατμόσφαιρα που δημιουργεί αυτή η μουσική. Είναι μια κινητή γιορτή, ένας τόσο ζωντανός ήχος που με ξεσηκώνει και αν κλείσω για λίγο τα μάτια μου θα βρεθώ στους δρόμους του πολυλατρεμένου μέρους που γεννήθηκε η τζαζ και θα χορεύω ανάμεσα στον κόσμο. Καθώς όμως απομακρυνόμουν από αυτή τη σκέψη, άφηνα τις ψηλές νότες του τρομπονιού και τους φάνκυ ρυθμούς να μου κουνάνε το κεφάλι πάνω - κάτω.

Τελικά κατέληξα να χορεύω μόνη μου.

Ο δίσκος με μια μαγική ευκολία, ήδη από το πρώτο τραγούδι, μου σχημάτισε την απορία στο κεφάλι μου.. πώς θα ήταν αν όντως, εδώ, ξεχυνόταν ο κόσμος στους δρόμους και απλά χόρευε μέχρι να μη νιώθει τα πόδια του; Κάπως έτσι, για εμένα, είναι ένα παιχνίδι. Πλάθει παραμυθάκια στη φαντασία σου ο δίσκος. Τελικά κατέληξα να χορεύω μόνη μου. Γι' αυτό ίσως τον αγάπησα.

Tόσο δυνατό και επιβλητικό με τον τρόπο που μόνο η μαύρη μουσική ξέρει και μπορεί να δημιουργήσει. Βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με την προσπάθεια που κάνουν οι ήρωες της σειράς να επιβιώσουν και να σώσουν ότι έχει απομείνει από το σπίτι τους, όλοι μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον.

Κάθε τραγούδι του δίσκου φωνάζει να χορέψουμε. Άλλωστε, να. Η μουσική μπορεί να μας σώσει.

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

Κανείς δεν αγαπά την τελειότητα




Τη διαδρομή δε την έλεγες και μικρή. Σχεδόν 5 ώρες οδήγηση, από το τσιμέντο της πόλης σε ένα απόμερο χωριό της Λακωνίας. Στο τέλος της διαδρομής είχε και στροφές γάμα τα, από δαύτες που ευελπιστείς να μην έρχεται κάνα φτιαγμένο ραλί αγροτικό από την άλλη. Κάτω γκρεμός, πάνω βράχια και το βλέμμα καρφωμένο στο δρόμο. Κάπου εκεί ανοίγει η πέτρινη αυλαία και ξεδιπλώνεται ένα τοπίο, που ξέρεις ότι θα καρφωθεί για πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού σου από τη πρώτη στιγμή. Είναι εκείνο το δύσκολο σημείο που προσπαθείς να μη κοιτάς, αν δε θες να βρεθείς καρφωμένος σε καμιά χαράδρα, αλλά στιγμιαία σκέφτεσαι ότι για τέτοια ομορφιά θα το ρίσκαρες. Μια πράσινη κατηφόρα, σαν θεϊκών διαστάσεων δεντρόφυτη πίστα για skate, να μπαίνει ομαλά σε ένα καταγάλανο κολπίσκο και άσπρα σπιτάκια να ξεχύνονται προς την παραλία. Οι θρησκείες λένε ότι απαιτείται κόπος για να φτάσεις στον παράδεισο. 

Σε κάποιο από αυτά τα σπιτάκια, αραχτός σε ένα μπαλκονάκι κάτω από την δεντρόφυτη κατηφόρα, με home-made μαργαρίτες και μαθαίνοντας πως τελειώνει ο κόσμος, στο πρώτο  κιόλας κομμάτι του δίσκου, συνειδητοποιώ ότι αυτός ο δίσκος γράφτηκε από τους Walkmen που θα προτιμούσαν να βρίσκονται σε ένα μέρος σαν κι αυτό (we'll never leave / we can't be beat / the world is ours) και όχι από τους Walkmen που έφτυναν κομμάτια σαν το Rat (το πλέον αγαπημένο κομμάτι του γράφοντος από τη δεκαετία των ζίρος) μάλλον σε κάποιο βρώμικο υπόγειο της Νέας Υόρκης. Αυτή η φυσική εξέλιξη τους από δίσκο σε δίσκο είναι που με έχει κερδίσει ρε γαμώτο. Στο You & Me μιλήσανε με ειλικρίνεια για τις κλωστές που φέρνουν κοντά δυο ανθρώπους και την προσπάθεια που χρειάζεται για να μη κοπούν, χωρίς ρομαντικές φανφάρες. Στο Lisbon πήρανε τους δρόμους για να μη τρελαθούν και δεν αδειάσανε ποτέ βαλίτσες (οι δρόμοι μας συναντήθηκαν στη Βαρκελώνη όπου και υποκλίθηκα στην αρτιότητά τους ως live σχήμα), ώσπου να καταλαγιάσουν τελικά με το Heaven. Μετά από παλινδρομήσεις μεταξύ ποτού και αμφισβήτησης, βρήκανε εν τέλει το μέρος τους, την ηρεμία τους, τη σιγουριά τους και πλέον όχι σαν παιδιά αλλά αποδεχόμενοι το ρόλο του γονέα, αποσυρθήκαν και αυτοί σε πράσινες κατηφόρες με θέα τη θάλασσα και μακριά απ’ τον κόσμο. Εξάλλου οι θρησκείες λένε ότι απαιτείται κόπος για να φτάσεις στον παράδεισο. 

Εδώ δε θα βρεις κάτι καινούριο. Δε θα βρεις μουσική που θα σου δείξει πως γίνεται. Δεν είμαι καν σίγουρος αν θα βρεις λόγια που θα σου εκμυστηρευτούνε κάποιο μυστικό. Η τελειότητα είναι συνειδητά μακριά, γιατί οτιδήποτε κοντά στο τέλειο προκαλεί αμηχανία, δεν ξέρεις πως να το χειριστείς. Μόνο συναίσθημα. I don’t wanna think, I wanna feel ένα πράμα. Και πάλι μην είσαι σίγουρος ότι θα βρεις τα συναισθήματα που ψάχνεις. Αλλά ακρόαση στην ακρόαση, ίσως φέρεις το εαυτό σου στη θέση να αποδεχτεί ότι τα συναισθήματα πλάθονται στο σχήμα αυτών που έχουμε. Κάθε άλλο παρά έτοιμα. Λίγο πριν τη μέση και πάνω που ο δίσκος αρχίζει να απογειώνεται, οι Walkmen σβήνουν τις μηχανές στον αέρα και τον αφήνουν να κινείται μόνο με τη φορά του. Αναρωτιέμαι, γιατί κάποιος να συγκεντρώσει τα πιο χαλαρά κομμάτια του δίσκου ακριβώς στη μέση, το ένα πίσω απ’ το άλλο; Είναι σαν κάποιου είδους δοκιμασία, στην οποία υποβάλουν τον ακροατή για να περάσει κάποιο εμπόδιο; If you follow me where I'm going / it might take some time but you never know. Στο τέλος της διαδρομής είναι που ανοίγει η πέτρινη αυλαία και ξεδιπλώνεται όλη η ομορφιά του δίσκου. Τότε είναι που αποκτά νόημα η πτήση με σβηστές τις μηχανές. Έχεις αφουγκραστεί την ησυχία. Ξέρεις την ηρεμία στο κενό και έχεις νιώσει την ανησυχία που την συνοδεύει. Οι θρησκείες λένε ότι απαιτείται κόπος για να φτάσεις στον παράδεισο.


Κάθεσαι σε ένα μπαλκόνι, απέναντι από το λιμάνι, βιβλίο στο χέρι, δροσερό αεράκι, ο ήλιος κρύβεται πίσω απ' το απόκρημνο βουνό.

Κάθεσαι στη πολυθρόνα απέναντι από μια παλιά βιβλιοθήκη, ζεστός καφές στο κουτσό τραπεζάκι, ο ήλιος κρύβεται πίσω απ’ τα σύννεφα.

Κάθεστε στο πάρκο, μπροστά στο δρόμο, βλέπετε τα αυτοκίνητα να περνάνε, χαμογελώντας αμίλητοι, ο ήλιος έχει κρυφτεί εδώ και ώρες.

Οι θρησκείες λένε ότι απαιτείται κόπος για να φτάσεις στον παράδεισο.

Εγώ δεν έχω καμιά θρησκεία.



contact

m.fertaki@gmail.com // theskyetc@gmail.com
Από το Blogger.

search

 

Copyright © 2011 Penguins and Butterflies. All Rights reserved
RSS Feed. This blog is proudly powered by Blogger. Design by TheSkyEtc based on time2talk-dzignine