Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Ο δρόμος που τρέχει προς τα πίσω




"¡Arriba, abajo, al centro, pa' dentro!" 

είπε και κατέβασε το τελευταίο σφηνάκι μεσκάλ. Σκούπισε το στόμα του με το μανίκι, άφησε μερικά χαρτονομίσματα στην μπάρα και περπάτησε προς την έξοδο. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ο ήλιος του έκλεισε τα μάτια για ελάχιστα δευτερόλεπτα και το μέτωπο του άρχισε πάλι να ιδρώνει. Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, ένα Pontiac του ’64, που η σκόνη της ερήμου είχε καλύψει πλήρως το εντυπωσιακό γαλάζιο χρώμα του, κάθησε στην βουλιαγμένη θέση του οδηγού, ξεκρέμασε τα γυαλιά ηλίου από το κορδόνι του καθρέφτη και έχωσε μια κασέτα στο ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο. Οι desert drone ήχοι του Away / towards άρχισαν να εξαπλώνονται στα μονοφωνικά ηχεία καθώς η βελόνα της ταχύτητας άρχισε να κινείται νευρικά προς τα δεξιά και εκεί που πριν ήταν κρεμασμένα τα γυαλιά του, έβλεπε σιγά σιγά το Puerto Peñasco να απομακρύνεται. Έχει άλλες δύο μέρες οδήγησης μέχρι την Mérida, τρεις αν ξεκουράζεται καλά. Αλλά δεν θέλει να χάσει άλλη στιγμή. 

Λίγες ώρες πριν ήταν άλλη μια Δευτέρα, έφτιαχνε το πρωινό του στο ενοχλητικά μοντέρνο διαμέρισμά του στο San Diego -μα πως δεν αντιλήφθηκε τόσο καιρό το κακό του γούστο στα έπιπλα- και μετά από λίγο θα ντυνόταν κατάλληλα, για να παρουσιάσει στα αφεντικά του νέους τρόπους να βγάλουν κέρδος. Την στιγμή που η θηλιά της γραβάτας ακούμπησε το λαρύγγι του, μίσησε αυτόν που έβλεπε στον καθρέφτη και όλα απέκτησαν νόημα. Στρίμωξε τρεις αλλαξιές σε μια βαλίτσα, την οδοντόβουρτσά του, ένα βρώμικο αντίτυπο του Even cowgirls get the blues και κάμποσες κασέτες για τον δρόμο. Όμως διαπιστώνει ότι δεν θέλει να ακούσει ποτέ ξανά στην ζωή του το best of των Police, ούτε τις γιάπικες live εκτελέσεις του Dave Matthews και τις πετάει στα σκουπίδια. Μαζί και το ράφι με όλα του τα cd. Είδε το εξώφυλλο του A rush of blood to the head ανάμεσα στα αποφάγια και του ξέφυγε ένα χαμόγελο. 

Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε χωρίς να ξέρει για που, ενώ το μόνο που άκουγε ήταν ο βρυχηθμός της μηχανής, αλλά δε του ήταν αρκετό. Bγαίνοντας απ’ την πόλη προσέχει με την άκρη του ματιού του ένα δισκάδικο, ονόματι Feel It. Σταματάει απότομα, ανάβει αλάρμ, μπαίνει στο κατάστημα και βλέπει έναν υπερτροφικό υπάλληλο με λιγδωμένη φράτζα, μούσια και κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας να είναι σκυμμένος πίσω από μια στίβα 45άρια. 

“Θέλω μερικές κασέτες”
Ο υπάλληλος σηκώνει το νωχελικό του βλέμμα και απαντάει αδιάφορα
“Τι κασέτες;”
“Αν είχες να ξοδέψεις τρεις μισθούς σου σε βενζίνη για να φύγεις μακριά από δω, εσύ τι θα έπαιρνες για τον δρόμο;”
“Χμ. Για να δούμε”

Χάνεται για λίγο στο βάθος του καταστήματος και επιστρέφει με μία μόνο κασέτα. Την ακουμπάει στον πάγκο.

“Τι είναι αυτό;”
“Το ολοκαίνουριο ντεμπούτο των Hookworms
“Δεν έχεις άλλες;”
“Δεν θα χρειαστείς άλλες”

Κοιτάει το γαλάζιο εξώφυλλο -ταιριάζει με το αυτοκίνητό μου, σκέφτεται- και βγάζει το πορτοφόλι να πληρώσει.

“Δεν θέλω λεφτά. Αν όντως φύγεις μακριά από δω, χαλάλι σου, κερασμένη. Αν επιστρέψεις όμως, έλα να μου την πληρώσεις” 

Σε λιγότερο από μισή ώρα οι ταμπέλες στον δρόμο δείχνανε την έξοδο για τα σύνορα προς Μεξικό.

Εκτός από την México 2D, μπροστά και γύρω του εξαπλωνόταν σιγά σιγά και η μαγεία του Pearl Mystic. Fuzzy φωνητικά βυθισμένα στο reverb, κεντημένα ανάμεσα σε διαολεμένα ψυχεδελικές κιθάρες, rhythm section που αναγκάζει ενστικτωδώς τον αυχένα του σε παλινδρομικές κινήσεις και γαργαλάει το πέλμα που χαιδεύει το γκάζι. Κοιτάει τα credits και βλέπει ότι τα τυπάκια είναι από το Leeds της Αγγλίας και δεν το πιστεύει ότι πίσω από αυτόν τον οδοστρωτήρα ήχου αντί για ηλιοκαμμένες φάτσες, βρίσκονται ασπρουλιάρικα πρόσωπα με φακίδες. Ταυτίζεται με την επιμονή τους να αυτοπροσδιορίζονται σε τελείως διαφορετικό γεωγραφικό πλάτος και μήκος της υφηλίου, από αυτό που είχανε την τύχη ή την ατυχία να μεγαλώσουνε και στην εισαγωγή του Preservation του ξεφεύγει μια άναρθρη κραυγή απόλαυσης.

Δυόμισι χιλιάδες μίλια μακριά και τρεις μέρες μετά, καθισμένος στο καπό του αυτοκινήτου, κοιτάει τον Κόλπο του Μεξικού ενώ σιγοτραγουδάει για πολλοστή φορά το ονειρικό What we talk about που ακούγεται αμυδρά στο βάθος. Απέναντι και πέρα από την θάλασσα, είναι η προηγούμενη ζωή του. Δεν τον ενδιαφέρει που άργησε να πάρει αυτή την απόφαση, απλά χαίρεται που το έκανε. Και όταν η ανάσα του έγινε πολλές μπουρμπουλήθρες μέσα στα ζεστά νερά του κόλπου, το κεφάλι του ψέλλιζε “be your own flying saucer! rescue yourself!”.




Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Με το πρώτο φως




Υπάρχουν και αυτά τα βράδια που είναι ατελείωτα, γεμάτα ζωντάνια που αρνείσαι να γυρίσεις στο σπιτι σου, γιατί εκεί δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον και βαριέσαι. 

Τελικά, γυρνάς στο σπίτι σου με το πρώτο φως της ημέρας, στο γλυκό ξημέρωμα. Το κεφάλι σου είναι βαρύ, δείχνεις χλωμός και τα μάτια σου κουρασμένα, αλλά έχεις ακόμα ενέργεια, δεν θες να τελειώσει ακόμα αυτό που μόλις έζησες. Θες όμως να κάτσεις. Να κάτσεις νωχελικά και να μην κάνεις τίποτα. Με μια μουσική υπόκρουση σαν το “The North Bordersτου Bonobo θα ήταν ιδανικό. 
 
Ο Simon Green, στον τελευταίο του δίσκο έχει δημιουργήσει αυτή ακριβώς την ατμόσφαιρα.

Έξω ο ουρανός αλλάζει χρώματα, ο ήλιος δειλά δειλά εμφανίζεται. Εσύ κάθεσαι με μοναδική παρέα το δίσκο του. Ευχάριστες, όμορφες φωνούλες και ζεστός ήχος τυλιγμένος σε ένα λεπτό πέπλο κρουστών και μια σιγανή μπασογραμμή να κρατάει το ρυθμό. Παρά το γεγονός ότι είναι αποτέλεσμα ηλεκτρονικής παραγωγής, το άλμπουμ έχει μια φυσικότητα και οι διαφορετικοί ήχοι του κάθε κομματιού τελικά δένουν και ενώνονται, εξελίσονται γραμμικά. 

Ο δίσκος είναι φτιαγμένος για εκείνες τις υπέροχες στιγμές που δεν βιάζεσαι να κάνεις το οτιδήποτε. Που ο χρόνος είναι με το μέρος σου, είναι όλος δικός σου και σε περιμένει να κάνεις εσύ ό,τι του πεις. Δεν έχει γραφτεί για το δρόμο, δεν θα τον απολαύσεις περπατώντας. Ούτε για το αμάξι, θα χαθείς αν τον ακούσεις οδηγώντας. Είναι ακριβώς για εκείνη τη στιγμή που χαλαρώνεις. Που κάθεσαι και δεν κάνεις τίποτα. 

Στο τραγούδι “Heaven For The Sinnerμια γνώριμη φωνή ηχεί στα αυτιά σου. Δεν είναι άλλη από τη βασίλισσα της neo-soul, την Erykah Badu. Η τόσο ιδιαίτερη και χαρακτηριστική φωνή της περιπλέκεται με το εξίσου διακριτικό στυλ και ήχο του Bonobo και ο συνδυασμός τους είναι ένας μουσικός παράδεισος. 
 
Εκεί που κάθεσαι ξενυχτισμένος, κλείσε τα μάτια σου όταν ακούσεις το κομμάτι “Antenna”. Το μυαλό σου θα πάει σε ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού, ίσως και λίγο νωρίτερα. Σε εκείνη ακριβώς την εποχή μεταξύ άνοιξης και καλοκαιριού. Μόλις έχει τελειώσει ο πρώτος κρύος μήνας της άνοιξης και έρχεται ο επόμενος που υποδέχεται σιγά σιγά το καλοκαίρι. Όλα γύρω σου φαίνονται πιο όμορφα.

Από το παράθυρο χτυπάει το πρόσωπό σου απαλό φως, είσαι ακόμα ζαλισμένος απο το ξενύχτι και νιώθεις ότι οι φωνούλες που ακούς τόση ώρα, τραγουδάνε για σενα. Νιώθεις άνετα με τον ήχο, κουνάς ρυθμικά το κεφάλι. Ακολουθείς τη μελωδία, ασυνείδητα. Όλη η υπερένταση εξαφανίζεται, κάποιες στιγμές όμως θα νιώθεις ένα εσωτερικό τσίμπημα και θα αισθανθείς πάλι την ανάγκη να κουνηθείς. Είναι πολύ λεπτά στρώματα ήχου που σε κάνουν ό,τι θέλουν. Έχουν εξ ολοκλήρου τον έλεγχο του νευρικού σου συστήματος. Ο Bonobo ξέρει ακριβώς πότε να γεμίσει τον ήχο και πότε να σε αφήσει να χαλαρώσεις.

Κάθε τραγούδι έχει ένα μοναδικό, συχνά πολύ περίπλοκο ρυθμό. Όσο σκληρά και αν προσπαθήσεις θα βρεις τον εαυτό σου να χάνεται σε μια ήσυχη έκσταση με αυτό το άλμπουμ. Έχει σίγουρα την ικανότητα να σε βοηθήσει να καθαρίσεις το μυαλό σου μέσα από τη ροή της μουσικής. 

Ο ήλιος ανέτειλε, είσαι έτοιμος για ύπνο. Ήρεμος.






contact

m.fertaki@gmail.com // theskyetc@gmail.com
Από το Blogger.

search

 

Copyright © 2011 Penguins and Butterflies. All Rights reserved
RSS Feed. This blog is proudly powered by Blogger. Design by TheSkyEtc based on time2talk-dzignine