Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012

Μια παρέα, μια ιστορία




Λίγοι είναι οι δίσκοι που απαιτούν απόλυτη αφοσίωση, δίσκοι που η ακρόαση τους είναι ένα είδος ιεροτελεστίας. Μόλις αποφασίσεiς να κάτσεις και να ακούσεις το “ The Crossing ” των Menahan Street Band, βεβαιώσου πρώτα ότι κάθεσαι άνετα. Ότι έχεις χρόνο να του αφιερώσεις και κυρίως ότι είσαι ήρεμος. Τo “The Crossing” έχει ένα τεράστιο, σαρωτικό vibe που σε καθηλώνει. Είναι αδίστακτα δεμένος δίσκος, με soulful μελωδίες για να σε κρατήσει ακινητοποιμένο και δίπλα στο στερεοφωνικό σου μέχρι τα βαθιά μεσάνυχτα.

Είναι ένα άλμπουμ ειλικρινές. Instrumental, με groovy μελωδίες και εμφανώς εμπνευσμένο από τα έργα της Stax Records και του James Brown. Ο ρέτρο ήχος που αναστατώνει τα αυτιά σου καθώς ακούς το άλμπουμ, θα μπορούσε πολύ εύκολα να είναι σκέτη αποτυχία, με ένα εντελώς ερασιτεχνικό και μέτριο αποτέλεσμα. Ευτυχώς όμως, οι Menahan Street Band είναι ένα σχήμα που αποτελείται από τα μέλη των Budos, El Michels Affair, Antibalas και των Dap-Kings, μουσικοί περισσότερο από ικανούς για να αναλάβουν επιτυχώς το έργο. Είναι ένα άλμπουμ με jazz-soul κομμάτια, τόσο φρέσκα που όμως  ταυτόχρονα σε μεταφέρουν πίσω στο χρόνο και έχεις την αίσθηση ότι ζεις στη δεκαετία του 1970. Ωστόσο, αυτή η απροσδιοριστία που χαρακτηρίζει τους Menahan Street Band, είναι μάλλον και ο λόγος που αυτή η νέο- funk soul γεμάτη μουσική τους είναι τόσο δελεαστική. Ίσως, από την άλλη, το γεγονός ότι το γκρουπ αποτελείται από μουσικούς που έχουν ήδη ένα πλήρες ρεπερτόριο με singles και άλμπουμ, με τις ξεχωριστές ομάδες τους, να αρκεί για να κολλήσεις με τον ήχο της.

Οι Menahan Street Band είχαν αρχικά σχεδιαστεί από τον Thomas Brenneck ως μια ομάδα με "soul αιθιοπικές επιρροές" και τελικά ο ίδιος ενώνει τους έξι φίλους, οι οποίοι για πολλά χρόνια παίζουν σε διαφορετικά σχήματα. Μια μέρα λοιπόν, στο Brooklyn, o Brenneck μαζί με τον Homer Steinweiss, τον Nick Movshon, τον Dave Guy, τον Mike Deller και τον Leon Michels, ενώθηκαν για να ηχογραφήσουν αυτό το υπέροχο άλμπουμ. Αυτό ακριβώς το “παρεΐστικοκλίμα δεν απουσιάζει και από τα τραγούδια τους που είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της γοητείας τους.

Ο δίσκος ανοίγει με τραγούδι ομώνυμο του, το οποίο αρχίζει με τύμπανα, και σιγά σιγά μπαίνει η ζεστή τρομπέτα και μαζεύεται. Περιγράφει με απόλυτη λεπτομέρεια τη δύναμη που χαρακτηρίζει ολόκληρο το άλμπουμ. Στο πίσω μέρος οι τρομπέτες και τα σαξόφωνα είναι υπό έλεγχο, ενώ τα έγχορδα προσθέτουν μια ονειρική ατμόσφαιρα.

Κάθε ένα από τα τραγούδια του άλμπουμ είναι χρυσός. Παρόλο που κάθε ένα μοιράζεται τα ίδια σχεδόν χαρακτηριστικά με το άλλο, την ίδια στιγμή έχουν όλα μία εντελώς διαφορετική ιστορία να πουν και φυσικά το καθένα μεταφέρει τη δική του, ξεχωριστή διάθεση. Κάποια είναι πιο αισιόδοξα και ενθουσιώδη, ενώ κάποια άλλα είναι πιο περιπετειώδη και σε προκαλούν να περιπλανηθείς στα πιο μυστικά και κρυφά μονοπάτια του μυαλού σου. Τέλος, και εκείνα, όπως το “Everyday a Dream”, που είναι γραμμένα για να τα ακούς σε μια παραλία ή απλά στο σπίτι σου όταν έξω ο ήλιος θα καίει.

Είμαι πεπεισμένη ότι ο δίσκος δημιουργήθηκε για να μας οδηγήσει σε ένα κινηματογραφικό ταξίδι, με ρυθμούς που κινούνται απο soul και funk μέχρι hip-hop, και με τον ήχο των πνευστών να σου διαπερνάει τα αυτιά. Την ίδια στιγμή, αυτές οι ονειρικές μελωδίες βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με κάποιο νυχτερινό τοπίο διαθέσεων και συναισθημάτων. Όχι ακριβώς σκοτεινό, αλλά ζεστό. Σε αγκαλιάζουν, σαν τη μεταμεσονύχτια συντροφιά που επιλέγεις να έχεις μέχρι να έρθει και πάλι το ξημέρωμα. 




Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Το εκκρεμές του Jahnel





Η μυρωδιά του ζεστού καφέ γαργάλησε τα ρουθούνια μου, καθώς η γάτα έκανε μια ελαφριά στροφή γύρω απ’ τον εαυτό της και βολεύτηκε ξανά πάνω στη κουβέρτα. Η συμπαγής ευτυχία έρχεται μερικά πρωινά σε απειροελάχιστες δόσεις, μικρής διάρκειας, για να αντισταθμίσει το βάρος της καθημερινής τρέλας. Αν συλλογιστεί κανείς ότι θα έπρεπε να αποτυπώνουμε αυτές τις στιγμές αναλλοίωτες στο νου μας, ακριβώς επειδή είναι πιο σπάνιες έναντι των σχετικά κακών ή ακόμα χειρότερα αδιάφορων εμπειριών, δε το κάνουμε. Παρόλα αυτά, καταφέρνουμε και διατηρούμε μια στοιχειώδη ισορροπία, ανάμεσα στην επικίνδυνη μετριότητα της αναμονής και τη μίζερη αποδοχή της νοσταλγίας. Εφόσον ένα σύστημα βρίσκεται σε μηχανική ισορροπία όταν το άθροισμα των δυνάμεων και ροπών, σε κάθε σωματίδιο που αποτελεί το σύστημα, είναι μηδέν, θεωρούμε ότι η δύναμη μιας στιγμής ευτυχίας ισούται με το άθροισμα πολλών κακών ή αδιάφορων στιγμών. Και ίσως η ροπή να τείνει προς το δεύτερο όταν αφαιρούμε από τον εαυτό μας, το δικαίωμα στην στιγμιαία πνευματική νηφαλιότητα.
Ο Γερμανός Benedikt Jahnel τέντωσε τις χορδές του πιάνου του όσο χρειαζόταν για να βρει το σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην αυστηρή δομή της κλασσικής μουσικής και τον αυθορμητισμό της jazz. Ασφαλώς και δεν είναι μεν ο πρώτος που το πετυχαίνει και μπορεί να φαίνεται εν πρώτοις μια αδιάφορη στιγμή, αλλά υπό την αριστουργηματική παραγωγή του ίδιου του Manfred Eicher και με τρία χρόνια στην ετοιμασία, το Equilibrium γίνεται εθιστικό. Και εκεί ακριβώς έγκειται η ιδιοφυΐα του. Σαν εκείνες τις φωτογραφίες πόλης, όπου οι φιγούρες αναγράφονται σα κινούμενα φαντάσματα, αλλά ο δρόμος και τα κτίρια είναι ακούνητα και γραπωμένα στο χρόνο. Όλα φαίνονται να τρέχουν, αλλά η μουσική είναι επικεντρωμένη στο βάθος της εικόνας, σταθερή και αναλλοίωτη. Και όσο παρατηρείς τη φωτογραφία, τόσο σε μαγνητίζει το απροσδιόριστο της εικόνας που βλέπεις. Καμία απολύτως πληροφορία, παρά μόνο συναίσθημα.
Πίσω και από τις επτά συνθέσεις του Equilibrium βρίσκεται ο Jahnel, επτά συνθέσεις όπου όλα έχουν λόγο ύπαρξης, ακόμα και οι σιωπές έχουν την δική τους δυναμική (ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα και η ειδοποιός διαφορά στη δισκογραφία της ECM). Θα έλεγε κανείς ότι σε σημεία, όπως στο εισαγωγικό Gently understood, η δομή και το ύφος του trio θυμίζει αυτό του αδικοχαμένου Esbjörn Svensson και δε θα έχει άδικο, μόνο που ο Jahnel επιλέγει να αφομοιώσει ένα υποχθόνιο groove σε περισσότερο κλασσικές φόρμες, αντί του ηχητικού πειραματισμού που προσάρμοζε στις συνθέσεις του ο Svensson. Απέναντι και δίπλα από τον Jahnel, ο Αμερικάνος Owen Howard αντιμετωπίζει τα drums περισσότερο ως μελωδικό όργανο παρά ως ρυθμικό και στην ουσία αναμιγνύεται ιδανικά με το μπάσο του Ισπανού Antonio Miguel και μαζί υπογραμμίζουν τις φράσεις του Jahnel. Μετά από ατέλειωτες περιοδείες, η μεταξύ τους ισορροπία θεωρείται πλέον δεδομένη και ανατροφοδοτούμενη.
Το Equilibrium έρχεται να συμπληρώσει μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική χρονιά στη δισκογραφία των jazz piano trios (Neil Cowley Trio, Brad Mehldau, Vijay Iyer Trio, το Blue Moon του Ahmad Jamal και το post mortem 301 του Esbjörn Svensson Trio) και σίγουρα δεν επιθυμεί να χαρακτηριστεί καινοτόμο, αλλά στην απλότητά του προσφέρει τη μικρή εκείνη δόση ηρεμίας, που μεταξύ ακροάσεων αναζητά κάποιος συχνότερα. Ένα εσωτερικό εκκρεμές του Foucault που αργά και σταθερά με την ήρεμη κίνησή του, αποδεικνύει ότι τελικά ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από το σημείο στο οποίο εμείς ελεύθερα ταλαντωνόμαστε.


contact

m.fertaki@gmail.com // theskyetc@gmail.com
Από το Blogger.

search

 

Copyright © 2011 Penguins and Butterflies. All Rights reserved
RSS Feed. This blog is proudly powered by Blogger. Design by TheSkyEtc based on time2talk-dzignine