Το φως που διαχεόταν στην Avenue de l’Observatoire δε σε έπειθε αν σκοτείνιαζε ή ξημέρωνε. Φτάνοντας στο φανάρι κοντοστάθηκα και είδα τον φούρναρη απέναντι να ασχολείται με τα ρολά της καταστήματός του. Σκέφτηκα πως αν τα κατέβαζε θα διαπίστωνα με ανακούφιση ότι η νύχτα δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά δεν είχα την υπομονή και πέρασα τη διάβαση της Boulevard du Montparnasse, δρασκέλισα μερικά μέτρα και άνοιξα την πόρτα του Closerie des Lilas.
Ο λιγοστός κόσμος -και όλοι σε παρέες μονού αριθμού- ήταν διάσπαρτοι κατά μήκος της μπάρας, κάνοντας λίγο παραπάνω σούσουρο από τον ήχο του πιάνου, ο μπάρμαν με είδε, έγνεψε από συνήθεια και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Έκατσα στη μία από τις δύο άδειες θέσεις και παρήγγειλα ένα με πάγο. Μετά τη πρώτη γουλιά κοίταξα πάνω απ’τον ώμο μου και διέκρινα μια αξύριστη σιλουέτα με ένα πουκάμισο σα τραπεζομάντιλο, να κινείται καμπουριασμένη πάνω απ’το πιάνο και να βαράει τα πλήκτρα σε μια παρόμοια του Ritooria μελωδία, σαν έτερος Keith Jarrett. Τελειώνοντας, ψιθύρισε στο μικρόφωνο “merci.. une chanson qui s'appelle Rideaux Lunaires” και συνέχισε να δακτυλοτρεκλίζει.
Λίγο πριν παραγγείλω το δεύτερο ποτό κάποιος τράβηξε αργά το σκαμπό δίπλα μου και κάθησε βγάζοντας με το δεξί του χέρι τα τσιγάρα από την αριστερή τσέπη του πουκαμίσου, εκεί που ήταν η καρδιά του. Ακούμπησε ένα στο στόμα, έκανε στο μπαρμαν με το χέρι μια κυκλική κίνηση, η οποία στη σύχρονη δυτική κοινωνία μεταφράζεται ως “ξανά” και άναψε το τσιγάρο.
“Jason” μου λέει απλώνοντας το χέρι του και συστήνομαι αμήχανα.
“Εκπλήσσεσαι και ‘συ από την άμεση κοινωνικοποίηση βλέπω” συνεχίζει πίνοντας το άρτι αφιχθέν ποτό του “εγώ εκπλήσσομαι περισσότερο από σένα, να ξέρεις.”
“Για ποιο λόγο εκπλήσσεσσαι ακριβώς;”
“Με την αυθόρμητη κοινωνικοποίησή μου. Δεν είμαι έτσι συνήθως.”
“Μην απολογείσαι για κάτι που δεν είναι προσβολή.”
“Κάποιος που καθόταν κάποτε στη θέση σου, είχε πει ότι μια ιδιοφυΐα πρέπει να είναι μεθυσμένη για να περάσει χρόνο με τους ανόητους τριγύρω της.”
“Σοφός άνθρωπος αλλά δε θα το’ξερα. Δε νομίζω ότι σκέφτομαι σε βάθος.”
“Τον έχεις διαβάσει ποτέ σου;”
“Ποιον;”
“Τον Hemingway”
“Παλιά στο πανεπιστήμιο, διάβασα ένα βιβλίο που μου δάνεισε μια γκόμενα που γούσταρα. Ήθελα να έχω τροφή για την επόμενη έξοδό μας.”
“Σου άρεσε;”
“Όταν με παράτησε για έναν με τα διπλάσια χρόνια της, μάλλον σταμάτησα να νιώθω οτιδήποτε.”
“Για τον Hemingway λέω.”
“Ναι και γω γι’αυτόν λέω.”
“Εσύ πάλι πως κατέληξες να παίζεις πιάνο εδώ;”
“Άνοιξα πολλές πόρτες και τελικά βγήκα απ’το παράθυρο.”
“Δε σε καταλαβαίνω.”
“Όταν αγαπάς πολλά πράγματα ταυτόχρονα, ανοίγεις κάθε δυνατή πόρτα για να τα δεχτείς, ώσπου τελικά αυτά κατακλύζουν το χώρο σου και ασφυκτιάς. Κάθε είσοδος έχει μπλοκάρει με αυτά που αγαπάς. Το μόνο που φαντάζει πλέον δυνατό είναι να φύγεις από κει που άφηνες μόνο τις παιδικές σου μνήμες να μπαινοβγαίνουν. Το παράθυρο.”
Σταματάει για να βήξει με δύναμη, σα να το κρατούσε ώρα τώρα.
“Όταν ήμουν πιτσιρικάς στον Καναδά, έβλεπα τον μεγαλύτερο αδερφό μου να παίζει πιάνο και στεκόμουνα έκπληκτος στην άκρη του δωματίου. Θυμάμαι αμυδρά ότι δε πλησίαζα γιατί είχα διαπιστώσει ότι από μακριά ένιωθες τον ήχο να γεμίζει το χώρο. Ο ήχος του πιάνου σε ένα απλό σπιτικό δωμάτιο έχει αγκυροβολήσει από τότε στο πίσω μέρος του μυαλού μου και κάθε μα κάθε φορά που παίζω πιάνο, νιώθω όσο ασφαλής ένιωθα και τότε.”
Μια γυναίκα κάθησε δίπλα μας, μα δεν υπήρξαμε ποτέ γι’ αυτήν. Ασυνείδητα αλλάξαμε ελαφρώς τη στάση του σώματός μας και ο Jason συνέχισε τη κουβέντα.
“Η τύχη τα’φερε χρόνια μετά να παίζω με τον αδερφό μου και να γράφουμε μουσική για τζαζ μιούζικαλς και θεατρικά. Κανείς δεν αντιλαμαβάνεται πόσο βάρος εναποθέτεις σ’ ένα παιδί όταν το αποκαλείς ιδιοφυΐα. Σαν έφηβος υπήρξα μέλος μιας μπάντας, μετά μπλέχτηκα με την ηλεκτρονική σκηνή, τη χιπ-χοπ, ταξίδεψα πολύ και άλλαζα σπίτια πιο εύκολα και απ’ ότι έβγαζα εισιτήρια. Έκανα άπειρες συνεργασίες με γνωστούς μουσικούς..”
“Κάτι που ίσως να ξέρω;” διέκοψα.
“Ίσως θυμάσαι το πιάνο στο Limit to your love της Feist. Ή το Never stop, σε διαφημίσεις της Apple. Κάτι που δε μου αρέσει να παραδέχομαι πλέον.”
“Χμ. Ναι.”
“Λοιπόν.. Πριν καμμιά οκταετία έβγαλα τελικά ένα δίσκο με κάποιες ιδέες στο πιάνο, που μάζευα χρόνια και γλυκάθηκα από το αποτέλεσμα. Λίγα χρόνια μετά το δίσκο, εδώ στο Παρίσι, στο Ciné 13 Théâtre, έσπασα το παγκόσμιο ρεκόρ συνεχόμενου σόλο περφόρμανς. Έπαιζα πιάνο για πάνω από 27 συνεχόμενες ώρες.”
“Τι κέρδισες απ’ αυτό;”
“Μόνο τον εαυτό μου.”
Κάνει νόημα για άλλο ένα ποτό, πριν τελειώσει το προηγούμενο. Τρεις μεγάλιες γουλιές και ανταλάσσει το άδειο ποτήρι με ένα γεμάτο.
“Μετά από όλα αυτά θέλησα να ξανακάνω ένα βήμα πίσω. Να γίνω πάλι το παιδάκι που άκουγα τη μουσική από την άκρη του δωματίου. Άκουσα τον Satie με άλλη εμπειρία, ο Monk ήταν πια περισσότερο συναισθηματικός παρά τεχνικός πιανίστας και ο Chopin δεν ήταν κλασσικός αλλά μεταμοντέρνος.”
“Σε έβγαλε πουθενά αυτό;”
“Ναι. Εδώ. Απόψε. Τα μάζεψα όλα απ’το πάτωμα και τα ακούμπησα στο πιάνο.”
“Σαν παζλ.”
“Σαν παζλ.”
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν και η καληνύχτα του.
Ο χειμώνας έφυγε, έφτασε η άνοιξη και πλησίαζε και αυτή σιγά σιγά προς το τέλος της. Περπατώντας έξω από ένα στενόμακρο δισκοπωλείο, το μάτι μου αναγνώρισε στο εξώφυλλο ενός βινυλίου μια γνώριμη σιλουέτα. Είχε σαν τίτλο Solo Piano II αλλά το όνομα δεν ήταν το ίδιο που είχε συνοδεύσει μήνες πριν τη χειραψία. Πάνω απ’τον τίτλο διέκρινα το όνομα Chilly Gonzales.



2 Σχόλια:
χεχεχεχ, βασικά εγώ τον προτιμώ έτσι: http://www.youtube.com/watch?v=H9lYUySGoAE
επίσης, πρέπει να δούμε αυτή την ταινία:
http://www.youtube.com/watch?v=dS0R6WPl4D0
http://www.youtube.com/watch?v=Kqe8fjxQ7aU
καλή αρχή :-)
Ευχαριστούμε για την ευχή σπιραλάκο...
Πρέπει να ψαχουλέψουμε γκονζάλες, ο τύπος έχει απλωθεί παντού σα χταπόδι
Δημοσίευση σχολίου