Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Έχουμε πόλεμο μωρό μου





“How in the hell could a man enjoy being awakened at 8:30 a.m. by an alarm clock, leap out of bed, dress, force-feed, shit, piss, brush teeth and hair, and fight traffic to get to a place where essentially you made lots of money for somebody else and were asked to be grateful for the opportunity to do so? ”
 ~ Charles Bukowski, Factotum

Οι φάτσες το πρωί στο λεωφορείο είναι γκρίζες. Συναισθηματικά γκρίζες προφανώς και όχι χρωματικά, ειδάλλως θα αφομοιώνονταν στο αστικό περιβάλλον και θα ήταν όλα πιο όμορφα. Η προηγούμενη μέρα χωμένη στις απεργίες μέχρι τα μπούνια, ήταν δύο φορές κουραστική για την κυρία απέναντί μου. Έπρεπε να πληρώσει το μεροκάματό της στο ταξί για να πάει και να έρθει στη δουλειά για να μη τη χάσει. Να πληρώνεις για να μη χάνεις τη δουλειά σου, η ειρωνεία αποκτά νέα βάθη. Μετά τη δουλειά έπρεπε να μαγειρέψει, να πάει τα παιδιά στο φροντιστήριο, να γυρίσει για να βάλει πλυντήριο, μετά να σιδερώσει με την οθόνη της τηλεόρασης ανοιχτή διαιρεμένη σε τέσσερα κουτάκια, μία φάτσα στο καθένα και οι κλωστές από πίσω να ανοιγοκλείνουν τα στόματα με επαναληπτικό ρυθμό. Σκόρπιες κουβέντες περί τρομοκρατίας, ελευθερίας του λόγου, αγίων και δολοφόνων. Δεν είναι σίγουρη αν αφορούν το ίδιο άτομο ή όχι. Πάνω στην αγανάκτησή της βλαστημά τα θεία και δέκα λεπτά μετά η πόρτα πέφτει από τις κλωτσιές των μπάτσων. Πέρασε όλη τη νύχτα στο τμήμα, προσπαθώντας να τους πείσει ότι δε το εννοούσε.

Το μπάσο στα ακουστικά μου υπογραμμίζει την μαζεμένη στο μέτωπο της κούραση. Υποχθόνιος ήχος, βγαλμένος απ’ το 1984. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένα έτος που είναι παρελθόν και μέλλον μαζί, ένας ήχος που κόβει βόλτες με το tardis. Στην επόμενη στάση κάνουμε ανεφοδιασμό συνοφρυωμένων προσώπων, γιατί όπως φαίνεται τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε αυτή τη πόλη κινούνται με αρνητική ενέργεια. Δύο φωνές από διαφορετικά βάθη η καθεμία, μπλέκονται με σουρεαλιστική ακρίβεια. Η πρώτη από το βάθος του λεωφορείου, φωνάζει για την ανάγκη που έχει να πουλήσει πέντε στυλό στην τιμή των τριών και η άλλη από το βάθη του Chris Pugmire, υπόσχεται πρόστυχους εφιάλτες. Κομμάτια σα το Josef's Hands είναι καθόλα βγαλμένα από τις φοβίες του Murnau.

Η Lindsay Gravina όπως και με τους HTRK, πλάθει έναν ήχο που δε μπορείς απλά να αγνοήσεις. Δεν υπάρχουν κιθάρες εδώ. Μόνο διαολεμένο μπάσο, τα εξαιρετικά ντραμς του Steve Masterson και σύνθια σε βεβαρημένες συχνότητες. Και μπάσο. Δεν είναι ρε συ Neu! αυτό που κυκλοφόρησε η Fast Weapons, ούτε Suicide, αλλά ταυτόχρονα είναι. Η μπάντα του Shrodinger από τη Μελβούρνη. Και επειδή δεν αναφέρθηκε αρκετά, το μπάσο βράζει στον πυρήνα. Μινιμαλιστικά σοφιστικέ post punk, το ομώνυμο ντεμπούτο των New War έχει αρχίσει να με στοιχειώνει, σαν εκείνο το αγχωτικό πλέγμα που προκαλούν οι εικόνες γύρω μου. Παράνομες αντιασφυξιογόνες μάσκες να φιλιούνται κάτω από καιόμενα δέντρα, δερμάτινοι χαρτοφύλακες κουβαλάνε μικροαστικές υποσχέσεις, ελικόπτερα με infra red κάμερες, μεγαλύτερες οθόνες για μικρότερα τσουτσούνια, περισσότερα applications για λιγότερες επιθυμίες. Αν δε το κατάλαβες ακόμα, το λέει και στο εξώφυλλο δύο φορές για να το εμπεδώσεις.



Έχουμε πόλεμο μωρό μου.

Ένα νέο είδος πολέμου.

New War 
New War.


Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Επιτέλους φθινόπωρο





Επιτέλους βροχή, δροσιά, πάπλωμα, ζεστός καφές και χουχούλιασμα. Επιτέλους φθινόπωρο. 

Από πολύ μικρή ήμουν η περίεργη της παρέας που γούσταρα πολύ περισσότερο το φθινόπωρο και τον χειμώνα από το καλοκαίρι και τους σαράντα βαθμούς. Το καλοκαίρι ψήνομαι, αποσυντονίζομαι. Ο χειμώνας και το φθινόπωρο μου δίνουν ηρεμία και ζεστασιά. Ακριβώς αυτή την ζεστασιά που αισθάνομαι αυτές τις δύο εποχές, τη συνάντησα και στο δίσκο που ακούω ασταμάτητα τον τελευταίο καιρό, μια συλλογή με soul κομμάτια. Είναι μουσική με ατμόσφαιρα αναμμένου τζακιού. 

Άσε που δεν συνηθίζω να κολλάω με συλλογές. Με τις συλλογές σπάνια έχω καλή σχέση. Συνήθως τις σνομπάρω. Κάποιες φορές βέβαια, ψαχούλεμα στο ψαχούλεμα και άκουσμα στο άκουσμα, έχω ανακαλύψει ωραία δισκάκια. Το  “Behind closed doors: where country meets soul.” , είναι μια πολύ καλοδουλεμένη συλλογούλα. Ο τίτλος δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο συγκεκριμένος. Περιγράφει με πλήρη ακρίβεια το κόνσεπτ του δίσκου. Διασκευασμένα country κομμάτια από μαύρες φωνές. Άλλωστε δεν είναι και η πρώτη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο στην ιστορία της μουσικής. Είναι δύο αρκετά αλληλένδετα ήδη.

Τα τελευταία πενήντα χρόνια δηλαδή είναι εμφανές ότι υπάρχουν επιρροές από το ένα είδος στο άλλο. Οι περισσότεροι soul τραγουδιστές του '60 που μεγάλωσαν στον Νότια Αμερική στη δεκαετία του '30 και το '40, είναι προφανές ότι έχουν ακούσει πολύ περισσότερο country μουσική παρά μπλούζ ή τζαζ, η οποία μάλιστα έχει επηρρεάσει και τη διαμόρφωση της καριέρας τους.
Ένα αρκετά μεγάλο τμήμα του άλμπουμ προέρχεται από τα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της δεκαετίας του '70. Η χρυσή εποχή που αυτά τα δύο είδη της νότιας αμερικανικής μουσικής κατά κάποιο τρόπο ενώθηκαν και έτσι θόλωσαν οι διαφορές τους.

O δίσκος αποδεικνύει τόσο την επιδεξιότητα αυτών των τεραστίων διαστάσεων φωνών της soul μουσικής όπως και την εξίσου ασύλληπτη προσαρμοστικότητα τους στο διαφορετικό ύφος κάθε τραγουδιού. Ο δίσκος δεν έχει ιδιαίτερη ποικιλία σε τραγούδια, είναι αρκετά κλασικά μάλιστα. Όμως καταφέρνει να αιχμαλωτίσει την ατμόσφαιρα και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει αυτά τα δύο είδη.

Δεν χρειάζεται να έχεις αγάπη για την country μουσική ή να έχεις εμβαθύνει σε αυτή για να ακούσεις τον δίσκο και να σου αρέσει. Γιατί από τη στιγμή που οι φωνές έχουν τέτοια δύναμη και ψυχή, τα τραγούδια πλέον δημιουργούν άλλον χαρακτήρα, διαφορετικής ενέργειας. Για παράδειγμα το κλασικό “I m so lonesome I could cry”, του γνωστού Hank Williams, το παίρνει και το τραγουδάει ο λατρεμένος Al Green, μ αυτή τη φωνούλα που στάζει μέλι και το απογειώνει. Ναι, είναι κλασικό. Αλλά είναι διαχρονικό και η καλύτερη συντροφιά για τις βροχερές νύχτες του φθινοπώρου.


Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Καναδέζικο κρασί




Μου φέρανε ένα κρασί από την Πελοπόννησο, κόκκινο, χύμα σε κάποιο πλαστικό μπουκάλι που μάλλον κάποτε είχε εμφιαλωμένο νερό. Πάντοτε φοβόμουνα τα χύμα σπιτικά κρασιά, γιατί εδώ στο ελλάντα έχουμε και τη νοοτροπία του ότι είναι home made είναι απαραιτήτως καλό και η ατάκα που είθισται να συνοδεύει το σερβίρισμα είναι “δοκίμασε το είναι σπιτικό”. Πίνεις και μετά από λίγο θυμάσαι τη πρώτη φορά που ανέβηκες στο τρενάκι του θανάτου. 

Το συγκεκριμένο κρασί δεν ανήκει σε αυτή τη κατηγορία.

Στις πρώτες γουλιές σηκώνεις τα φρύδια, το κάτω χείλος του στόματος προεξέχει με ροπή προς τα κάτω και κοιτάς το ανασηκωμένο ποτήρι με το κεφάλι να γέρνει ελαφρώς προς τα δεξιά. Σε λίγο, οι γεύσεις αρχίζουν να χορεύουν στον ουρανίσκο και χαμογελάς επειδή δε περίμενες ότι ένα τόσο καλό κρασί θα έβγαινε μέσα από ένα διάφανο και τσαλακωμένο πλαστικό μπουκάλι. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Eamon McGrath. Και το ένα ποτήρι φέρνει το άλλο.

Έπεσα πάνω στο εξώφυλλο του Young Canadians, όπου κάθεται σε ένα σκαμπουδάκι περιτριγυρισμένος από βινύλια, περιοδικά, κασέτες και βιβλία κοιτώντας με νόημα το φακό και κάπου συνδέθηκα. Παμπόνηρος ο άτιμος. Δίνει το κρασί του σε σωστό μπουκάλι. Και πω ρε φίλε μια ανατριχίλα που με πιάνει κατευθείαν στη πρώτη γουλιά του Eternal adolescence. Μου αγγίζει λίγο τους Willard Grant Conspiracy αλλά είναι αυτό το γρέζι που κουβαλάει άλλες μνήμες. Ηλεκτρικά θορύβια τριγύρω και στη μέση ακουστική και πιάνο. Ωραία πράματα. Ποιος είναι αυτός ο Eamon McGrath και ζούσε όταν βγήκε το Young Americans του Bowie; Το θαυματουργό ίντερνετ μου λέει πως είναι 23 χρονών (άρα όχι) και ότι η δισκογραφία του απαριθμεί 28 δίσκους και 4 EPs.

Wait what?

Ξαναμετράω. Δε βγαίνουν οι αριθμοί. Νιώθω πολύ γέρος. Και τιποτένιος. Η White Whale Records ανέλαβε τη κυκλοφορία του τρίτου “επίσημου” δίσκου του, ενώ  οι υπόλοιπες κυκλοφορίες είναι ανεξάρτητες ηχογραφήσεις στο σπίτι. Δοκίμασε το, είναι σπιτικό σου λέω. Επίσης το ίντερνετ μου λέει ότι κάποιος του είπε πως διάβασε κάπου ότι οι μισοί δίσκοι είναι ακουστικοί folk και οι άλλοι μισοί punk. Από το πολύ γκάρισμα στους δεύτερους φαίνεται απόκτησε αυτή την πόσα-τσιγάρα-να-κάνεις-για-να-ακούγεσαι-σα-τον-θείο-του-Tom-Waits βραχνάδα, απαραίτητη για τους άλλους μισούς. Καθώς κυλάει το δισκάκι, παρέα με το κράσι, φαίνεται να μπλέκει τις καύλες του πολύ σωστά και σκέφτομαι ότι αν οι National φοράγανε μπλουζάκια Minor Threat, τέτοια μουσική θα βάζανε να ακούνε στο tour bus. Έχει κάτι από Καναδά μέσα του που δε μπορώ να το προσδιορίσω. Ο Neil Young το έχει αυτό και είναι προφανές ότι ο Eamon μεγάλωσε με το Everybody knows this is nowhere και σαν νήπιο τραγουδούσε το Running back to Saskatoon, αλλά στην εφηβεία του βυθίστηκε στο Prison Bound και έκτοτε η σχέση είναι “από δω η γυναίκα μου και από δω ο έρωτάς μου”. 

Είναι true ο τύπος. Κάτι που εκτιμώ πλέον πολύ περισσότερο από το να μου λέει όλες τις αλήθειες του κόσμου ή να παλεύει να μου δείξει κάτι καινούριο. Γρατσουνάει την ακουστική, φυσάει τη φυσαρμονικά, εκεί στο πεζοδρόμιο, φορώντας σκεϊτάδικα παπούτσια και μπάγκι παντελόνια. Επειδή μπορεί. Δεν ενδιαφέρεται για το πως πρέπει να το δηλώσει, δεν ενδιαφέρεται αν το μπουκάλι μέσα στο οποίο δίνει το κρασί του είναι γυάλινο και τι ετικέτα έχει, απλά θα το χρησιμοποιήσει σα slide. Δεν τον κάνεις για άνθρωπο που θα ‘λεγε “δοκίμασε το είναι σπιτικό”, πιθανότερο να άκουγες  “αν θες μπύρα έχει στο ψυγείο”.

Ακούω το δίσκο δυο τρεις φορές και τραβάει κι άλλο. Καλώς ήρθες ρε μεγάλε. Ανυπομονώ να σε κάψω σε cd και να σε χώσω στο αυτοκίνητο όταν θα φεύγω από αυτή την πόλη.

contact

m.fertaki@gmail.com // theskyetc@gmail.com
Από το Blogger.

search

 

Copyright © 2011 Penguins and Butterflies. All Rights reserved
RSS Feed. This blog is proudly powered by Blogger. Design by TheSkyEtc based on time2talk-dzignine