Επιτέλους βροχή, δροσιά,
πάπλωμα, ζεστός καφές και χουχούλιασμα.
Επιτέλους φθινόπωρο.
Από πολύ μικρή ήμουν
η περίεργη της παρέας που γούσταρα πολύ
περισσότερο το φθινόπωρο και τον χειμώνα
από το καλοκαίρι και τους σαράντα
βαθμούς. Το καλοκαίρι ψήνομαι,
αποσυντονίζομαι. Ο χειμώνας και το φθινόπωρο μου δίνουν ηρεμία και ζεστασιά.
Ακριβώς αυτή την ζεστασιά που αισθάνομαι
αυτές τις δύο εποχές, τη συνάντησα και
στο δίσκο που ακούω ασταμάτητα τον
τελευταίο καιρό, μια συλλογή με soul κομμάτια. Είναι μουσική με
ατμόσφαιρα αναμμένου τζακιού.
Άσε που δεν συνηθίζω
να κολλάω με συλλογές. Με τις συλλογές
σπάνια έχω καλή σχέση. Συνήθως τις
σνομπάρω. Κάποιες φορές βέβαια, ψαχούλεμα
στο ψαχούλεμα και άκουσμα στο άκουσμα,
έχω ανακαλύψει ωραία δισκάκια. Το “Behind closed doors: where country meets soul.”
, είναι μια πολύ καλοδουλεμένη συλλογούλα.
Ο τίτλος δε θα μπορούσε να είναι
περισσότερο συγκεκριμένος. Περιγράφει
με πλήρη ακρίβεια το κόνσεπτ του δίσκου.
Διασκευασμένα country κομμάτια από μαύρες
φωνές. Άλλωστε δεν είναι και η πρώτη
φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο στην
ιστορία της μουσικής. Είναι δύο αρκετά
αλληλένδετα ήδη.
Τα τελευταία
πενήντα χρόνια δηλαδή είναι εμφανές
ότι υπάρχουν επιρροές από το ένα είδος
στο άλλο. Οι περισσότεροι soul τραγουδιστές
του '60 που μεγάλωσαν στον Νότια Αμερική
στη δεκαετία του '30 και το '40, είναι προφανές
ότι έχουν ακούσει πολύ περισσότερο
country μουσική παρά μπλούζ ή τζαζ, η οποία
μάλιστα έχει επηρρεάσει και τη διαμόρφωση
της καριέρας τους.
Ένα
αρκετά μεγάλο τμήμα του άλμπουμ προέρχεται
από τα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις
αρχές της δεκαετίας του '70. Η χρυσή εποχή
που αυτά τα δύο είδη της νότιας αμερικανικής
μουσικής κατά κάποιο τρόπο ενώθηκαν
και έτσι θόλωσαν οι διαφορές τους.
O δίσκος αποδεικνύει
τόσο την επιδεξιότητα αυτών των τεραστίων
διαστάσεων φωνών της soul μουσικής όπως
και την εξίσου ασύλληπτη προσαρμοστικότητα
τους στο διαφορετικό ύφος κάθε τραγουδιού.
Ο δίσκος δεν έχει ιδιαίτερη ποικιλία
σε τραγούδια, είναι αρκετά κλασικά
μάλιστα. Όμως καταφέρνει να αιχμαλωτίσει
την ατμόσφαιρα και τη λεπτή γραμμή που
χωρίζει αυτά τα δύο είδη.
Δεν χρειάζεται
να έχεις αγάπη για την country μουσική ή να
έχεις εμβαθύνει σε αυτή για να ακούσεις
τον δίσκο και να σου αρέσει. Γιατί από
τη στιγμή που οι φωνές έχουν τέτοια
δύναμη και ψυχή, τα τραγούδια πλέον
δημιουργούν άλλον χαρακτήρα, διαφορετικής
ενέργειας. Για παράδειγμα το κλασικό
“I m so lonesome I could cry”, του γνωστού Hank Williams, το παίρνει και το τραγουδάει ο
λατρεμένος Al Green, μ αυτή τη φωνούλα που
στάζει μέλι και το απογειώνει. Ναι, είναι
κλασικό. Αλλά είναι διαχρονικό και η
καλύτερη συντροφιά για τις βροχερές
νύχτες του φθινοπώρου.


0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου