“How in the hell could a man enjoy being awakened at 8:30 a.m. by an alarm clock, leap out of bed, dress, force-feed, shit, piss, brush teeth and hair, and fight traffic to get to a place where essentially you made lots of money for somebody else and were asked to be grateful for the opportunity to do so? ”
~ Charles Bukowski, Factotum
Οι φάτσες το πρωί στο λεωφορείο είναι γκρίζες. Συναισθηματικά γκρίζες προφανώς και όχι χρωματικά, ειδάλλως θα αφομοιώνονταν στο αστικό περιβάλλον και θα ήταν όλα πιο όμορφα. Η προηγούμενη μέρα χωμένη στις απεργίες μέχρι τα μπούνια, ήταν δύο φορές κουραστική για την κυρία απέναντί μου. Έπρεπε να πληρώσει το μεροκάματό της στο ταξί για να πάει και να έρθει στη δουλειά για να μη τη χάσει. Να πληρώνεις για να μη χάνεις τη δουλειά σου, η ειρωνεία αποκτά νέα βάθη. Μετά τη δουλειά έπρεπε να μαγειρέψει, να πάει τα παιδιά στο φροντιστήριο, να γυρίσει για να βάλει πλυντήριο, μετά να σιδερώσει με την οθόνη της τηλεόρασης ανοιχτή διαιρεμένη σε τέσσερα κουτάκια, μία φάτσα στο καθένα και οι κλωστές από πίσω να ανοιγοκλείνουν τα στόματα με επαναληπτικό ρυθμό. Σκόρπιες κουβέντες περί τρομοκρατίας, ελευθερίας του λόγου, αγίων και δολοφόνων. Δεν είναι σίγουρη αν αφορούν το ίδιο άτομο ή όχι. Πάνω στην αγανάκτησή της βλαστημά τα θεία και δέκα λεπτά μετά η πόρτα πέφτει από τις κλωτσιές των μπάτσων. Πέρασε όλη τη νύχτα στο τμήμα, προσπαθώντας να τους πείσει ότι δε το εννοούσε.
Το μπάσο στα ακουστικά μου υπογραμμίζει την μαζεμένη στο μέτωπο της κούραση. Υποχθόνιος ήχος, βγαλμένος απ’ το 1984. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένα έτος που είναι παρελθόν και μέλλον μαζί, ένας ήχος που κόβει βόλτες με το tardis. Στην επόμενη στάση κάνουμε ανεφοδιασμό συνοφρυωμένων προσώπων, γιατί όπως φαίνεται τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε αυτή τη πόλη κινούνται με αρνητική ενέργεια. Δύο φωνές από διαφορετικά βάθη η καθεμία, μπλέκονται με σουρεαλιστική ακρίβεια. Η πρώτη από το βάθος του λεωφορείου, φωνάζει για την ανάγκη που έχει να πουλήσει πέντε στυλό στην τιμή των τριών και η άλλη από το βάθη του Chris Pugmire, υπόσχεται πρόστυχους εφιάλτες. Κομμάτια σα το Josef's Hands είναι καθόλα βγαλμένα από τις φοβίες του Murnau.
Η Lindsay Gravina όπως και με τους HTRK, πλάθει έναν ήχο που δε μπορείς απλά να αγνοήσεις. Δεν υπάρχουν κιθάρες εδώ. Μόνο διαολεμένο μπάσο, τα εξαιρετικά ντραμς του Steve Masterson και σύνθια σε βεβαρημένες συχνότητες. Και μπάσο. Δεν είναι ρε συ Neu! αυτό που κυκλοφόρησε η Fast Weapons, ούτε Suicide, αλλά ταυτόχρονα είναι. Η μπάντα του Shrodinger από τη Μελβούρνη. Και επειδή δεν αναφέρθηκε αρκετά, το μπάσο βράζει στον πυρήνα. Μινιμαλιστικά σοφιστικέ post punk, το ομώνυμο ντεμπούτο των New War έχει αρχίσει να με στοιχειώνει, σαν εκείνο το αγχωτικό πλέγμα που προκαλούν οι εικόνες γύρω μου. Παράνομες αντιασφυξιογόνες μάσκες να φιλιούνται κάτω από καιόμενα δέντρα, δερμάτινοι χαρτοφύλακες κουβαλάνε μικροαστικές υποσχέσεις, ελικόπτερα με infra red κάμερες, μεγαλύτερες οθόνες για μικρότερα τσουτσούνια, περισσότερα applications για λιγότερες επιθυμίες. Αν δε το κατάλαβες ακόμα, το λέει και στο εξώφυλλο δύο φορές για να το εμπεδώσεις.
Έχουμε πόλεμο μωρό μου.
Ένα νέο είδος πολέμου.
New War
New War.


0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου