"¡Arriba, abajo, al centro, pa' dentro!"
“Τι είναι αυτό;”
Κοιτάει το γαλάζιο εξώφυλλο -ταιριάζει με το αυτοκίνητό μου, σκέφτεται- και βγάζει το πορτοφόλι να πληρώσει.
“Δεν θέλω λεφτά. Αν όντως φύγεις μακριά από δω, χαλάλι σου, κερασμένη. Αν επιστρέψεις όμως, έλα να μου την πληρώσεις”
Σε λιγότερο από μισή ώρα οι ταμπέλες στον δρόμο δείχνανε την έξοδο για τα σύνορα προς Μεξικό.
είπε και κατέβασε το τελευταίο σφηνάκι μεσκάλ. Σκούπισε το στόμα του με το μανίκι, άφησε μερικά χαρτονομίσματα στην μπάρα και περπάτησε προς την έξοδο. Μόλις άνοιξε την πόρτα, ο ήλιος του έκλεισε τα μάτια για ελάχιστα δευτερόλεπτα και το μέτωπο του άρχισε πάλι να ιδρώνει. Κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του, ένα Pontiac του ’64, που η σκόνη της ερήμου είχε καλύψει πλήρως το εντυπωσιακό γαλάζιο χρώμα του, κάθησε στην βουλιαγμένη θέση του οδηγού, ξεκρέμασε τα γυαλιά ηλίου από το κορδόνι του καθρέφτη και έχωσε μια κασέτα στο ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο. Οι desert drone ήχοι του Away / towards άρχισαν να εξαπλώνονται στα μονοφωνικά ηχεία καθώς η βελόνα της ταχύτητας άρχισε να κινείται νευρικά προς τα δεξιά και εκεί που πριν ήταν κρεμασμένα τα γυαλιά του, έβλεπε σιγά σιγά το Puerto Peñasco να απομακρύνεται. Έχει άλλες δύο μέρες οδήγησης μέχρι την Mérida, τρεις αν ξεκουράζεται καλά. Αλλά δεν θέλει να χάσει άλλη στιγμή.
Λίγες ώρες πριν ήταν άλλη μια Δευτέρα, έφτιαχνε το πρωινό του στο ενοχλητικά μοντέρνο διαμέρισμά του στο San Diego -μα πως δεν αντιλήφθηκε τόσο καιρό το κακό του γούστο στα έπιπλα- και μετά από λίγο θα ντυνόταν κατάλληλα, για να παρουσιάσει στα αφεντικά του νέους τρόπους να βγάλουν κέρδος. Την στιγμή που η θηλιά της γραβάτας ακούμπησε το λαρύγγι του, μίσησε αυτόν που έβλεπε στον καθρέφτη και όλα απέκτησαν νόημα. Στρίμωξε τρεις αλλαξιές σε μια βαλίτσα, την οδοντόβουρτσά του, ένα βρώμικο αντίτυπο του Even cowgirls get the blues και κάμποσες κασέτες για τον δρόμο. Όμως διαπιστώνει ότι δεν θέλει να ακούσει ποτέ ξανά στην ζωή του το best of των Police, ούτε τις γιάπικες live εκτελέσεις του Dave Matthews και τις πετάει στα σκουπίδια. Μαζί και το ράφι με όλα του τα cd. Είδε το εξώφυλλο του A rush of blood to the head ανάμεσα στα αποφάγια και του ξέφυγε ένα χαμόγελο.
Μπήκε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε χωρίς να ξέρει για που, ενώ το μόνο που άκουγε ήταν ο βρυχηθμός της μηχανής, αλλά δε του ήταν αρκετό. Bγαίνοντας απ’ την πόλη προσέχει με την άκρη του ματιού του ένα δισκάδικο, ονόματι Feel It. Σταματάει απότομα, ανάβει αλάρμ, μπαίνει στο κατάστημα και βλέπει έναν υπερτροφικό υπάλληλο με λιγδωμένη φράτζα, μούσια και κοκκάλινα γυαλιά μυωπίας να είναι σκυμμένος πίσω από μια στίβα 45άρια.
“Θέλω μερικές κασέτες”
Ο υπάλληλος σηκώνει το νωχελικό του βλέμμα και απαντάει αδιάφορα
“Τι κασέτες;”
“Αν είχες να ξοδέψεις τρεις μισθούς σου σε βενζίνη για να φύγεις μακριά από δω, εσύ τι θα έπαιρνες για τον δρόμο;”
“Χμ. Για να δούμε”
Χάνεται για λίγο στο βάθος του καταστήματος και επιστρέφει με μία μόνο κασέτα. Την ακουμπάει στον πάγκο.
“Τι είναι αυτό;”
“Το ολοκαίνουριο ντεμπούτο των Hookworms”
“Δεν έχεις άλλες;”
“Δεν θα χρειαστείς άλλες”
Κοιτάει το γαλάζιο εξώφυλλο -ταιριάζει με το αυτοκίνητό μου, σκέφτεται- και βγάζει το πορτοφόλι να πληρώσει.
“Δεν θέλω λεφτά. Αν όντως φύγεις μακριά από δω, χαλάλι σου, κερασμένη. Αν επιστρέψεις όμως, έλα να μου την πληρώσεις”
Σε λιγότερο από μισή ώρα οι ταμπέλες στον δρόμο δείχνανε την έξοδο για τα σύνορα προς Μεξικό.
Εκτός από την México 2D, μπροστά και γύρω του εξαπλωνόταν σιγά σιγά και η μαγεία του Pearl Mystic. Fuzzy φωνητικά βυθισμένα στο reverb, κεντημένα ανάμεσα σε διαολεμένα ψυχεδελικές κιθάρες, rhythm section που αναγκάζει ενστικτωδώς τον αυχένα του σε παλινδρομικές κινήσεις και γαργαλάει το πέλμα που χαιδεύει το γκάζι. Κοιτάει τα credits και βλέπει ότι τα τυπάκια είναι από το Leeds της Αγγλίας και δεν το πιστεύει ότι πίσω από αυτόν τον οδοστρωτήρα ήχου αντί για ηλιοκαμμένες φάτσες, βρίσκονται ασπρουλιάρικα πρόσωπα με φακίδες. Ταυτίζεται με την επιμονή τους να αυτοπροσδιορίζονται σε τελείως διαφορετικό γεωγραφικό πλάτος και μήκος της υφηλίου, από αυτό που είχανε την τύχη ή την ατυχία να μεγαλώσουνε και στην εισαγωγή του Preservation του ξεφεύγει μια άναρθρη κραυγή απόλαυσης.
Δυόμισι χιλιάδες μίλια μακριά και τρεις μέρες μετά, καθισμένος στο καπό του αυτοκινήτου, κοιτάει τον Κόλπο του Μεξικού ενώ σιγοτραγουδάει για πολλοστή φορά το ονειρικό What we talk about που ακούγεται αμυδρά στο βάθος. Απέναντι και πέρα από την θάλασσα, είναι η προηγούμενη ζωή του. Δεν τον ενδιαφέρει που άργησε να πάρει αυτή την απόφαση, απλά χαίρεται που το έκανε. Και όταν η ανάσα του έγινε πολλές μπουρμπουλήθρες μέσα στα ζεστά νερά του κόλπου, το κεφάλι του ψέλλιζε “be your own flying saucer! rescue yourself!”.


1 Σχόλια:
Μια ομορφιά λέμε!
Δημοσίευση σχολίου